Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Προβιομηχανικά μνημεία υδραυλικής ενέργειας στη Μαγνησία


Σ’ αντίθεση με τους άλλους τρεις νομούς της Θεσσαλίας, στο νομό Μαγνησίας δεν υπάρχουν μεγάλα ποτάμια και άρα θα μπορούσε εύλογα να πει κανείς ότι θα ήταν ανέφικτη η ανάπτυξη επαγγελμάτων – εργαστηρίων που θα βασίζονταν αποκλειστικά στη χρήση του νερού. Ύστερα όμως από προσεκτική επιτόπια έρευνα, ο συλλογισμός αυτός αποδεικνύεται λανθασμένος, καθώς οι κάτοικοι της Μαγνησίας όχι μόνο οργάνωσαν τις δραστηριότητές τους στηριζόμενοι στη χρήση του νερού, αλλά εκμεταλλεύτηκαν και την υδραυλική ενέργεια, δημιουργώντας πολλές και αξιόλογες κατασκευές.

Οι κάτοικοι της Μαγνησίας και κυρίως του Πηλίου, οργάνωσαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους δίπλα στο φυσικό περιβάλλον και η δύναμη του νερού λειτούργησε ως αρωγός για τη μετέπειτα εξελικτική τους πορεία. Κοντά στα ρυάκια, τις ρεματιές και τα μικρά ποτάμια, δημιουργήθηκαν στο παρελθόν αρκετοί νερόμυλοι, μαντάνια και βυρσοδεψίες, κατασκευές που έκαναν την εμφάνισή τους πριν τη βιομηχανική περίοδο και στήριξαν τη λειτουργία τους στη χρήση φυσικών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Κύριος στόχος δημιουργίας αυτών των εργαστηρίων ήταν η κάλυψη διαφόρων αναγκών και κυρίως της διατροφής, της στέγασης και της ένδυσης.

Έτσι, οι πέντε κατασκευές υδραυλικής ενέργειας που συναντά κανείς στο νομό Μαγνησίας είναι οι εξής: 1) υδροτριβεία ή δριτσέλες, 2) υδρόμυλοι ή νερόμυλοι, 3)υδροκίνητα ελαιοτριβεία ή γαλιάγριες, 4) μαντάνια ή μπατάνια και 5) βυρσοδεψία ή ταμπάκικα.

1) Υδροτριβεία ή δριτσέλες: Η δριτσέλα είχε συνδεθεί με την επεξέργασία ολόμαλλων χοντρών υφαντών του σπιτιού. Η συγκεκριμένη κατασκευή ήταν ένας ξύλινος κάδος σε σχήμα κώνου που αποτελούνταν από σφηνωμένες μεταξύ τους πλανισμένες σανίδες σε σχήμα σφήνας, που δένονταν περιφερειακά με σιδερένια τσέρκια. Επειδή η συνολική κατασκευή θύμιζε βαρέλι, κατασκευάζονταν συνήθως από βαγενά (βαρελά). Το μεγαλύτερο μέρος της κατασκευής βρίσκονταν χωμένο βαθιά στο έδαφος, έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος υδροροής από την πίεση του νερού. Με την εισαγωγή του νερού στον κάδο δημιουργούνταν στρόβιλοι, οι οποίοι συμπαρέσυραν τα υφαντά στη δίνη τους. Έτσι με την τριβή του νερού τα υφαντά αποκτούσαν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και ήταν πιο αφράτα. Οι νεροτριβές γενικά αποτελούσαν απλές κατασκευές σε σχέση με τις υπόλοιπες υδροκίνητες εγκαταστάσεις και ως προς την κατασκευή, καθώς δε διέθεταν κάποιο μηχανισμό, αλλά και ως προς τη λειτουργία τους γιατί δε χρειάζονταν χειριστή που να τις παρακολουθεί και να τις ρυθμίζει. Στη Μαγνησία νεροτριβές υπήρχαν στη Μακρυνίτσα, στον Αγ. Γεώργιο Νηλείας, στο Νεοχώρι, στο Βελεστίνο και στην Ανάβρα.

2) Υδρόμυλοι ή νερόμυλοι: Στην προβιομηχανική περίοδο το σιτάρι αποτελούσε το βασικό προϊόν για τη διαβίωση του ανθρώπου. Καθώς οι χειρόμυλοι δεν επαρκούσαν στο άλεσμα, η χρήση των νερόμυλων ήταν απολύτως απαραίτητη. Ο νερόμυλος με την οριζόντια φτερωτή ήταν γνωστός στον ελληνικό χώρο από τα βυζαντινά χρόνια και ονομάζονταν «ανατολίτικος». Το κτίσμα του μύλου ήταν συνήθως λιθόκτιστο και διέθετε ένα ορθογώνιο μεγάλο ή μικρό χώρο που χρησίμευε για τη διανυκτέρευση του μυλωνά. Η κατασκευή της στέγης ήταν προσαρμοσμένη στην τοπική αρχιτεκτονική με ξύλινη σκεπή, σκεπασμένη με σχιστολιθικές πλάκες. Στη μια άκρη της κατασκευής βρίσκονταν ο μηχανισμός του νερόμυλου, που αποτελούνταν από τη φτερωτή με τα εξαρτήματά της και το αλεστικό με τις μυλόπετρες και στην άλλη άκρη ήταν ο χώρος όπου γίνονταν οι συναλλαγές. Οι νερόμυλοι είχαν συνήθως ένα ζευγάρι μυλόπετρες ή δύο και σπάνια περισσότερα, ανάλογα με την ποσότητα του νερού. Οι νερόμυλοι μπορεί να αποτελούσαν μόνιμες εγκαταστάσεις, δηλαδή να λειτουργούν όλο το χρόνο ή εποχιακές, όπου σταματούσαν το καλοκαίρι. Τέλος θα πρέπει να πούμε ότι για λόγους οικονομίας οι νερόμυλοι κτίζονταν έτσι ώστε να χρησιμοποιούν διαδοχικά το νερό, κάτι που αποτελούσε το σημαντικότερο πλεονέκτημα της υδροκίνησης, καθώς ο νερόμυλος όσο νερό δε χρειάζονταν δεν το κατανάλωνε, αλλά το παρέδιδε χωρίς καμία φθορά ποσότητας, όπως ακριβώς το είχε παραλάβει. Από τους πιο γνωστούς νερόμυλους στο νομό Μαγνησίας είναι ο νερόμυλος του Καρακίτσου στο Μέγα Ρέμα στον Άνω Βόλο και αυτός του περιβαλλοντικού και πολιτιστικού πάρκου της Ανάβρας, που είναι ανακατασκευασμένος.

3) Βυρσοδεψία ή ταμπάκικα: Τα βυρσοδεψία χρησιμοποιούνταν για την επεξεργασία των δερμάτων. Οι κατασκευές των βυρσοδεψιών ήταν λιθόκτιστες και ο αρχιτεκτονικός τους σχεδιασμός ήταν λειτουργικός και εργονομικός. Για την επεξεργασία των δερμάτων χρειάζονταν μεγάλες ποσότητες νερού, οι οποίες τροφοδοτούσαν μια σειρά από αβαθείς δεξαμενές, στις οποίες γίνονταν η επεξεργασία. Σε πρώτο στάδιο τα δέρματα πλένονταν και αφήνονταν να φουσκώσουν και στη συνέχεια καθαρίζονταν και τοποθετούνταν σε μια άλλη δεξαμενή με νερό και ασβέστη. Τέλος, αφού παρέμεναν αρκετές ώρες σε ένα ειδικό πάγκο όπου στέγνωναν, ακολουθούσαν οι τελικές εργασίες του καλλωπισμού και της συσκευασίας τους. Τα εργαστήρια έπρεπε να είναι ευρύχωρα και ευάερα και να επιτρέπουν τη διέλευση του ηλιακού φωτός, ώστε να στεγνώνουν γρήγορα τα δέρματα. Κύριο βυρσοδεψικό κέντρο αποτελούσε η Μακρυνίτσα, στην οποία έχουν καταγραφεί δεκάξι εργαστήρια, σε ερειπώδη δυστυχώς κατάσταση.

4) Μαντάνια ή μπατάνια: τα μαντάνια χρησίμευαν για την επεξεργασία ενός συγκεκριμένου είδους μάλλινου υφάσματος, του δίμιτου. Το μαντάνι ήταν μια ξύλινη κατασκευή διαστάσεων 4x3x3, που ήταν άλλοτε υπαίθρια και άλλοτε στεγασμένη και αποτελούσε τμήμα υδροκίνητων συγκροτημάτων που περιελάμβαναν νεροτριβές και νερόμυλους. Ήταν μια κατασκευή η οποία κινούνταν με υδατόπτωση και η οποία επέτρεπε μέσω εκκεντροφόρου άξονα τη μετατροπή της περιστροφικής κίνησης της κατακόρυφης φτερωτής σε παλινδρομικές κινήσεις σφυριών. Τα σφυριά, δύο ή τέσσερα, χτυπούσαν το υφαντό, το οποίο συγχρόνως βρέχονταν από το νερό. Οι μικρές αυτές κινήσεις και η τριβή των νημάτων σε συνδυασμό με τη χαμηλή θερμοκρασία που αναπτύσσονταν, είχε ως αποτέλεσμα τα υφαντά αυτά να αποκτούν μια πιο σφιχτοδεμένη υφή και πιο απαλή αφή. Βασικός χειριστής αυτών των κατασκευών ήταν ο μυλωνάς. Ένα από τα πιο γνωστά μαντάνια του νομού είναι αυτό που βρίσκεται στο περιβαλλοντικό και πολιτιστικό πάρκο «Γούλα» στις πηγές της Ανάβρας, που είναι σήμερα ανακατασκευασμένο.

5) Υδροκίνητα ελαιοτριβεία ή γαλιάγριες: Η παραγωγή του ελαιόλαδου βασίζονταν εξ΄ολοκλήρου στον τροποποιημένο νερόμυλο, όπου με τη βοήθεια του νερού επιτυγχάνονταν η περιστροφή του νερόμυλου και η ενέργεια που παράγονταν με τη σειρά της μεταφέρονταν στα μηχανήματα για την παραγωγή του ελαιόλαδου. Η κίνηση του μηχανισμού ήταν καθαρά υδραυλική και το άλεσμα των ελαίων γίνονταν με την περιστροφική κίνηση της μυλόπετρας. Το νερό χρησιμοποιούνταν επίσης και για την πλύση των ελιών, έτσι ώστε να καθαριστούν από τα υπολείμματα της σκόνης. Η χρήση μεγάλης ποσότητας τρεχούμενου νερού ήταν και ο λόγος που πολλά ελαιοτριβεία βρίσκονταν στο παρελθόν στις όχθες ρεματιών, όπου η αέναη ροή των υδάτων εξασφάλιζε συγχρόνως και τη συνολική απορροή των λυμάτων. Το υδροκίνητο λιοτρίβι δούλευε με οριζόντια μικρή φτερωτή ανατολικού τύπου, που αργότερα αντικαταστάθηκε από τις μεγάλες ρωμαϊκού τύπου εξωτερικές κάθετες μεταλλικές φτερωτές, τις λεγόμενες ροδάνες. Αυτός ο τύπος αποτελούσε μια νέα εφεύρεση της βιομηχανικής εποχής, που απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει ήταν η ύπαρξη μεγάλης ποσότητας νερού. Ένα από τα πιο γνωστά ελαιοτριβεία στο νομό είναι αυτό του Απόστολου Μίχου, στο ομώνυμο και μεγαλύτερο γεφύρι του Πηλίου στη Δράκεια, καθώς και το ελαιοτριβείο Ψυχούλια στη Βυζίτσα.

Οι παλιές αυτές κατασκευές θεωρούνται ιδιαίτερης ζωτικής σημασίας, καθώς αποτελούν μνημεία της προβιομηχανικής τεχνολογίας, αλλά και της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου μας. Σήμερα παραμένουν ερειπωμένα κεφάλαια της ιστορίας μας, καθώς η κρατική μέριμνα για τη συντήρηση, την ανάδειξη και την προβολή αυτών των κατασκευών είναι εντελώς ανύπαρκτη. Τα μνημεία αυτά παραμένουν ωστόσο αψεγάδιαστα τεκμήρια μιας άλλης εποχής και μιας άλλης ζωής πολύ πιο απλής και παραδοσιακής, που στηρίζονταν στην εκμετάλλευση των φυσικών πηγών ενέργειας.


Βιβλιογραφία

Γεώργιος Γκρασσάς, «Μνημεία προβιομηχανικής χρήσης του νερού και της υδραυλικής ενέργειας στη Μαγνησία», ΕΝ ΒΟΛΩ, (15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2004), τριμηνιαία περιοδική έκδοση δήμου Βόλου, Σ.Σ. 92-97

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Τα προσφυγικά σπίτια στη Ν. Ιωνία Βόλου


Με την Μικρασιατική καταστροφή περίπου 1.500.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς, από τους οποίους αρκετοί χιλιάδες αποβιβάστηκαν στο λιμάνι του Βόλου, τον Οκτώβριο του 1922.

Η Μικρασιατική καταστροφή αποτελούσε για το Βόλο μια πρόκληση, στην οποία η πόλη καλούνταν να ανταποκριθεί.

Αυτή η εγκατάσταση των προσφύγων μετέτρεψε το βαθμό αστικοποίησης και τους ρυθμούς της πόλης. Τα 12.000 περίπου άτομα που εγκαταστάθηκαν στο Βόλο, διέμεναν προσωρινά σε δημόσιους χώρους ή κτίρια, που επιτάχθηκαν για αυτό το σκοπό.

Οι αρχικά υποβαθμισμένες συνθήκες στέγασης των προσφύγων σε σκηνές, καπνοθήκες, σχολεία και πρόχειρα καταλύματα, που συνοδεύονταν πολλές φορές από άθλιες μορφές συγκατοίκησης και πολλά προβλήματα (τροφής, ένδυσης, εύρεσης εργασίας, κτλ), θα δώσουν τη θέση τους σε πιο ανθρώπινες. Έτσι, τον Αύγουστο του 1923, γίνεται η οικοδόμηση του προσφυγικού συνοικισμού, ο οποίος χωροθετήθηκε πάνω από τον Κραυσίδωνα, στην «κοιλάδα του Ξηρόκαμπου», όπως ήταν τότε γνωστή.

Από εκείνη τη χρονική περίοδο και μετά παρατηρείται ουσιαστική μεταβολή στις συνθήκες στέγασης των προσφύγων, καθώς έχουμε τώρα τη δημιουργία των πρώτων προσφυγικών σπιτιών, που καλύπτουν πλέον όλες σχεδόν τις βασικές ανάγκες των ατόμων.

Οι τύποι των προσφυγικών σπιτιών που παρατηρούνται εκείνη την περίοδο ήταν πέντε:

1) Τα τετράγωνα σπίτια: τα τετράγωνα σπίτια ήταν τα πρώτα σπίτια των προσφύγων, που χρονολογούνται το Δεκέμβριο του 1924. Τα τετράγωνα οικήματα ακολουθούσαν ένα σχέδιο που περιελάμβανε τετράγωνες ενότητες, όπου στο κέντρο κάθε μίας υπήρχε ένα κοινόχρηστο κτίσμα, γύρω από το οποίο είχαν κτιστεί με μεσοτοιχίες οχτώ ομάδες δωματίων, σχηματίζοντας έτσι ένα τέλειο τετράγωνο.

2) Τα τσιμεντένια σπίτια: τα τσιμεντένια οικήματα χρονολογούνται στο διάστημα 1925-1929 και η ανέγερσή τους έγινε δυτικά της εκκλησίας Ευαγγελίστριας. Τα σπίτια αυτά ήταν κτισμένα από τσιμεντόλιθους και διέθεταν τετράρικτη στέγη. Σε πολλά από αυτά τα σπίτια έχουμε και την προσθήκη ενός πανομοιότυπου ορόφου (διώροφα σπίτια). Οι κατοικίες αυτού του τύπου μπορούσαν να φιλοξενήσουν έως και δύο οικογένειες και ήταν αρκετά άνετες και ευρύχωρες.

3) Τα πέτρινα σπίτια: τα πέτρινα κατασκευάστηκαν δυτικότερα από τα τσιμεντένια και πήραν το όνομά τους από την πέτρα που κυριαρχούσε σε ολόκληρη την τοιχοποιία τους και η εξόρυξη της οποίας γίνονταν από το γειτονικό νταμάρι, που βρίσκονταν στο λεγόμενο Κουφόβουνο. Τα πέτρινα σπίτια αποτελούσαν επίσης αρκετά μεγάλες και όμορφες κατοικίες, οι οποίες συνήθως διέθεταν οικόπεδο.

4) Τα Γερμανικά σπίτια: τα γερμανικά οικήματα χρονολογούνται τον Αύγουστο του 1926 και κτίστηκαν ανατολικότερα από την εκκλησία της Ευαγγελίστριας, λίγο πιο πέρα από τα τετράγωνα σπίτια. Τα γερμανικά πήραν το όνομά τους από τις γερμανικές πολεοδομικές αποζημιώσεις του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, που παραχωρήθηκαν στο κράτος για να γίνουν αυτοί οι οικισμοί. Κύριο χαρακτηριστικό αυτών των σπιτιών ήταν οι λεπτές τσιμεντόπλακες, οι οποίες βίδωναν σε ένα ξύλινο σκελετό. Τα γερμανικά σπίτια μπορούσαν να φιλοξενήσουν έως και τέσσερις οικογένειες.

5) Τα τζαμαλιώτικα σπίτια: τα σπίτια αυτά χρονολογούνται το 1927 και πήραν αυτό το όνομα από την καπναποθήκη του Τζάμαλη (ο Τζάμαλης ήταν τούρκος καπνέμπορος), καθώς αυτή αποτέλεσε την πρώτη κατοικία των προσφύγων. Τα σπίτια αυτά έφταναν έως και τα 30 τμ και διέθεταν μεγάλη κοινόχρηστη αυλή.

Όσον αφορά τις μεθόδους και τα υλικά κατασκευής, τα προσφυγικά σπίτια καλύπτουν όλο σχεδόν το φάσμα των υλικών που μπορεί να συναντήσει κανείς στις ιστορικές κατασκευές. Πολλά κτίσματα είναι φτιαγμένα από ωμές πλίνθους, ενώ στις στέγες κυριαρχεί αρχικά το πισσόχαρτο και στη συνέχεια αντικαταστάται από τα κεραμίδια. Πολλές επίσης μονόροφες ή διώροφες κατασκευές είναι κτισμένες με οπτοπλινθοδομή ή λιθοδομή και διαθέτουν συχνά ξύλινα πατώματα και στέγη. Σε άλλα κτίσματα εντύπωση προκαλούν τα χαρακτηριστικά δίδυμα φουρούσκια και οι εξωτερικές λιθόκτιστες κλίμακες με τα ξύλινα κιγκλιδώματα. Υπάρχουν επίσης και κάποιες μεικτές κατασκευές με οριζόντια στοιχεία από οπλισμένο σκυρόδεμα και λίθινους τοίχους.

Γενικά, θα λέγαμε ότι τα προσφυγικά σπίτια αποτελούν μέτριες και όχι πολυτελείς κατασκευές, που οικοδομήθηκαν με χαμηλό κόστος, προσφέροντας ωστόσο στους κατοίκους τους μια σχετική άνεση και λειτουργία. Οι πάντα καθαρές και περιποιημένες κατοικίες των προσφύγων φέρουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που τις κάνουν εύκολα προσδιορίσιμες και διακριτές. Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι προσφυγικοί οικισμοί αποτελούν μια ακόμη αρχιτεκτονική έκφραση, που διεκδικεί επίμονα τη δική της θέση στην ιστορία της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας.

Οι οικισμοί αυτοί αποτελούν ιστορικά τεκμήρια και σημεία αναφοράς της συλλογικής μνήμης του τόπου. Ήταν κατασκευές πλασμένες με ανθρώπινα μέτρα που είχαν ως άμεσο στόχο να διατηρήσουν ζωντανή την κοινωνικότητα, η οποία αποτελούσε το βασικό παλμό ζωής στις γειτονιές εκείνης της εποχής.

Οι πρόσφυγες αποτελούσαν μια αυτόνομη ξεχωριστή δομή, με τους δικούς τους ιδιαίτερους νόμους και τους δικούς τους ρυθμούς και διαδικασίες μετασχηματισμού, με ευαισθησίες και ανάγκες, που κατάφεραν να δημιουργήσουν με την παρουσία τους ένα δικό τους, ιεραρχικά δομημένο σχήμα, που στηρίζονταν στις κοινωνικές σχέσεις.

Οι προσφυγικοί οικισμοί κουβαλούσαν σε όλη την ιστορία τους το σπέρμα του προσωρινού, αφού πάντα οι πρόσφυγες ήταν οι άνθρωποι που οργάνωναν τη ζωή τους πρόχειρα, δημιουργώντας οικισμούς στο περιθώριο της πόλης. Η χωροθέτηση των προσφυγικών οικισμών βρίσκονταν πάντα μακριά από τα βλέμματα των υπόλοιπων κατοίκων του Βόλου.

Σήμερα στη Ν. Ιωνία, αν και έχουν γίνει πολλά έργα αποκατάστασης και ανάπλασης των προσφυγικών σπιτιών, η εικόνα της εγκατάλειψης σε πολλά σημεία της πόλης συνεχίζει να υφίσταται. Ο βαθμός διατήρησης και αποκατάστασης των κτιρίων αποτελεί θέμα μελέτης και έρευνας των υλικών και των κατασκευαστικών μεθόδων εκείνης της περιόδου, οι αλλοιώσεις σε πολλά κτίσματα, ιδιαίτερα στα μη επισκευασμένα, είναι ευτυχώς αναστρέψιμες.

Αυτό που θα πρέπει να γίνει κατανοητό, είναι το γεγονός ότι τα προσφυγικά σπίτια αποτελούν ιστορικά κτίρια και μάρτυρες του παρελθόντος (όπως τα νεοκλασικά κτίρια, κτλ) που θα πρέπει να διατηρηθούν μέσα από μια διαδικασία ανάδειξης των αρχικών τους αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών και αποφυγής των ανεπίτρεπτων κακόγουστων σύγχρονων παρεμβάσεων. Δυστυχώς σήμερα τα σπίτια αυτά αποτελούν τον εύκολο στόχο σε μια διαδικασία κατεδάφισης από εργολάβους και δέχονται καθημερινά ασφυκτικές πιέσεις από τη συνεχής αναπτυσσόμενη λαίλαπα της σύγχρονης οικοδόμησης.


Βιβλιογραφία

Σ. ΧΑΛΑΣΤΡΑΣ, «Η προσφυγούπολη του χθες και οι υποχρεώσεις του σήμερα», ΕΝ ΒΟΛΩ, (15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2004), Σ.Σ. 80-83.

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Κραυσίδωνας, ο ποταμός της πόλης



Ο Κραυσίδωνας αποτελεί τον πιο αξιόλογο χείμαρρο ανάμεσα στους δύο άλλους χειμάρρους, τον Ξηριά και τον Άναυρο, που υπάγονται στο πολεοδομικό συγκρότημα της πόλης. Αν και υπάρχουν σημαντικές καταγραφές από την αρχαιότητα για την περιοχή του Κραυσίδωνα, ο Κραυσίδωνας δεν αποτελεί στοιχείο καταγραφής, καθώς όλο το ενδιαφέρον στρέφεται στον ποταμό Άναυρο, που συνδέθηκε με την ιστορία του Ιάσονα.

Ο Κραυσίδωνας πηγάζει από τις κορυφές του Πηλίου και συγκεκριμένα από το Πιασίδι. Στην ορεινή ζώνη αποτελείται επίσης από ένα σύστημα πηγών και ρεματιών που διοχετεύον τα νερά τους μέσω της κοίτης του ποταμού. Το ποτάμι στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του, ως τις εκβολές του, περνάει μέσα από την πόλη, διασχίζοντας ολόκληρο τον πολεοδομικό ιστό και χωρίζοντάς τον σε δύο δήμους, το δήμο Ν. Ιωνίας και το δήμο Βόλου.

Ο ποταμός αποτελεί για την πόλη έναν μοναδικό πνεύμονα πρασίνου, με όμορφη παραποτάμια βλάστηση (λεύκες και πεύκα) που στολίζει τους παράχθιους δρόμους και βελτιώνει με τη φυσική της ομορφιά την αισθητική του αστικού χώρου.

Ο Κραυσίδωνας, όπως προαναφέραμε, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας χείμαρρος, ο οποίος σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων τον χειμώνα μπορεί να πλημμυρίσει, ενώ κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών, το νερό μπορεί να είναι ελάχιστο ως και ανύπαρκτο. Το ποτάμι, κοντά στις πηγές του είναι καθαρό, ενώ από το μέσο του ως τις εκβολές του, δέχεται σε διάφορες χρονικές φάσεις, αστικά και βιομηχανικά λύματα, που θολώνουν το νερό, αλλάζοντας το χρώμα και τη σύστασή του και προκαλώντας πολλές φορές έντονη δυσοσμία.

Η πραγματική ωστόσο απειλή για τον Κραυσίδωνα, δεν είναι τόσο η περιστασιακή μόλυνση που δέχεται κατά περιόδους. Στο παρελθόν ο Κραυσίδωνας είχε να αντιμετωπίσει έναν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο, τον κίνδυνο της ολικής εξαφάνισής του, έναν κίνδυνο που δημιουργήθηκε στη δεκαετία του ’80 και όπου ευτυχώς σήμερα πλέον δεν υφίσταται.

Στο παρελθόν, αυτός ο μοναδικός θησαυρός είχε απειληθεί να εξαφανιστεί μια για πάντα, καθώς το τεράστιο κυκλοφοριακό πρόβλημα στο κέντρο της πόλης, σε συνδυασμό με τη συνεχή κυκλοφορία μεγάλων φορτηγών της ΑΓΕΤ μέσα από κεντρικές αρτηρίες του Βόλου και την έλλειψη χώρων στάθμευσης, είχε δημιουργήσει ένα ανεπανάληπτο κυκλοφοριακό χάος και η αναζήτηση λύσεων για το μεγάλο αυτό πρόβλημα αποτελούσε πλέον επιτακτική ανάγκη. Η λύση βρέθηκε τελικά στην εκμετάλλευση του Κραυσίδωνα.

Η απουσία παρεμβάσεων και πολιτικής βούλησης στο πολεοδομικό συγκρότημα από μέρος της τοπικής αυτοδιοίκησης οδήγησε στην εξαγγελία ενός έργου που θα έλυνε το κυκλοφοριακό πρόβλημα για πάντα. Σκοπός του έργου αυτού ήταν η επικάλυψη του Κραυσίδωνα και η μετατροπή του σε εσωτερικό δακτύλιο.

Συγκεκριμένα, τον Ιούνιο του 1983 οι εφημερίδες γνωστοποίησαν την εγκατάσταση εργολάβων για την επικάλυψη του χειμάρρου. Το έργο θα ξεκινούσε όσο το δυνατόν γρηγορότερα και πρώτο μέλημά του αποτελούσε η κοπή εκατοντάδων δέντρων που βρίσκονταν κατά μήκος του ποταμού.

Η υιοθέτηση μιας τέτοιας πρακτικής από πλευράς της πολιτείας ήταν φυσικό να δημιουργήσει ένα χάος αντιδράσεων. Έτσι, στις 3 Ιουνίου του 1988, οι πράσινοι της οικολογικής κίνησης Βόλου μοίρασαν στην πόλη μια προκήρυξη με την οποία καλούσαν τους πολίτες να ξεσηκωθούν ενάντια στην απόφαση επικάλυψης του χειμάρρου. Πολλοί λοιπόν πολίτες, άλλοι εντελώς ανημέρωτοι για το γεγονός και άλλοι ενημερωμένοι με πολλούς προβληματισμούς ως προς το θέμα, ένωσαν τη φωνή τους με τη φωνή διαμαρτυρίας της οικολογικής οργάνωσης. Η συνάντηση αυτή υπήρξε ιδιαίτερα καθοριστική, γιατί έκτισε τις βάσεις για τη δημιουργία μιας περιβαλλοντικής κίνησης που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία της πόλης και ονομάζονταν «οι φίλοι του Κραυσίδωνα».

Ξεκινάει λοιπόν μια μεγάλη διαδικασία με την ενεργοποίηση των πολιτών για τη ματαίωση των εργασιών και τελικά ύστερα από έντονες αντιδράσεις και ξεσηκωμούς των πολιτών επιτεύχθηκε πίστωση χρόνου για την κατασκευή του έργου και οι μπουλντόζες που είχαν μπει στο ποτάμι για να ξεκινήσουν ακινητοποιήθηκαν.

Δόθηκε λοιπόν χρόνος για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και οργανωμένου σχεδίου όπου θα λάμβανε υπόψη του και άλλες βασικές παραμέτρους, όπως για παράδειγμα το θέμα των πλημμύρων, μια πολύ σημαντική παράμετρος όπου το έργο της επικάλυψης του χειμάρρου δεν είχε προβλέψει. Στο συγκεκριμένο έργο απουσίαζαν οι μεγάλης κλίμακας αντιπλημμυρικές επεμβάσεις, καθώς τα αρχικά εργοτάξια θα εμπόδιζαν την ελεύθερη ροή των νερών, ενώ υπήρχε παράλληλα και ο κίνδυνος φραγής του τμήματος της επικάλυψης με φερτές ύλες κατά τις περιόδους έντονων βροχοπτώσεων.

Πληθώρα λοιπόν αποκαλυπτικών στοιχείων σχετικά με τις ελλιπείς υδραυλικές μελέτες ήρθαν στο φως και το θέμα πήρε μεγάλες διαστάσεις πανελλαδικά. Τελικά αποφασίστηκε αναστολή των εργασιών και τα περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες που είχαν ζητηθεί σχετικά με το έργο, δε δόθηκαν ποτέ.

Στις 27/3/89 το θέμα επικάλυψης του Κραυσίδωνα επανέρχεται πάλι και στις 9/5/90, σε μια έκτακτη συνεδρίαση των δύο δήμων της πόλης, το Δ.Σ. της Ν. Ιωνίας με σχετικό ψήφισμα τάσσεται κατά της απόφασης της επικάλυψης, ενώ το Δ.Σ. του Βόλου υπέρ, αδιαφορώντας για την γνώμη των πολιτών, οι οποίο είχαν κατακλύσει κυριολεκτικά την αίθουσα συνεδριάσεων, εκφράζοντας έντονα την αγανάκτησή τους.

Τελικά, ύστερα από συνεχείς διακοπές και πολλά επεισόδια το σχέδιο ακυρώθηκε και όλοι συμφώνησαν στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης μελέτης, όπου θα αντιμετώπιζε το κυκλοφοριακό πρόβλημα σε συνάρτηση πάντα με τον ανθρώπινο παράγοντα.

Το προηγούμενο έργο ήταν ένα έργο που αποφασίστηκε γρήγορα, χωρίς να προβλέψει τις έντονες αντιδράσεις που θα προέκυπταν και εξυπηρετούσε ουσιαστικά οικονομικά και πολιτικά συμφέρονταν, παραγκωνίζοντας εντελώς έναν πολύ σημαντικό γνώμονα, που δεν ήταν άλλος από τη γνώμη των απλών πολιτών. Αυτό που πραγματικά είχε ανάγκη η πόλη, ήταν η δημιουργία ενός σωστά μελετημένου και οργανωμένου σχεδίου, όπου θα λάμβανε υπόψη του όλες τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές ανάγκες του πολεοδομικού συγκροτήματος μέσα από ένα γόνιμο και ζωντανό διάλογο, που θα είχε ως άμεσο στόχο την εξασφάλιση της καλύτερης ποιότητας ζωής των πολιτών.

Το σχέδιο επικάλυψης του ποταμού Κραυσίδωνα σε μια επαρχιακή πόλη με ήδη πολλά υπαρκτά περιβαλλοντικά προβλήματα, όπως η αερορύπανση από το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ, καθώς και η ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα του Παγασητικού Κόλπου από βιομηχανικά απόβλητα, θα επιβάρυνε και άλλο την κατάσταση, δημιουργώντας επιπρόσθετα προβλήματα.

Σήμερα ο Κραυσίδωνας ξεπέρασε την απειλή και έχει πλέον ενταχθεί στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα LIFE. Η ανάγκη για ανάπλαση του ποταμού και η διαμόρφωσή του σε ένα γραμμικό πάρκο (όπως το πάρκο του Πηνειού ποταμού στη Λάρισα) ,όπου οι πολίτες θα μπορούν να απολαμβάνουν άνετα τη βόλτα τους και τα παιδιά θα μπορούν να παίξουν με ασφάλεια, βρίσκεται ακόμα υπό μελέτη.

Το σίγουρο είναι ότι ο Κραυσίδωνας αποτελεί το βασικό πνεύμονα πρασίνου της πόλης και όλοι οφείλουμε να τον σεβόμαστε και να τον προστατεύουμε έτσι ώστε να τον παραδώσουμε όσο μπορούμε πιο ακέραιο στις επόμενες γενιές.

Βιβλιογραφία

Β. ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ – Σ. ΧΑΛΑΣΤΡΑΣ, «ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΡΑΥΣΙΔΩΝΑ», ΕΝ ΒΟΛΩ, (15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2004), Σ.Σ. 104-109

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Ο γλύπτης Φιλόλαος και το έργο του στην παραλία του Αναύρου




Βιογραφικό

Ο Φιλόλαος Τλούπας γεννήθηκε στη Λάρισα το 1934. Αφετηρία της καλλιτεχνικής του δημιουργίας υπήρξε ο μαραγκός πατέρας του και ο χαλκουργός παππούς του. Ο ίδιος είχε δείξει από μικρός ιδιαίτερη αγάπη για τα υλικά (ξύλο, χαλκός κτλ) με τα οποία πειραματίζονταν αρκετά συχνά.
Το 1944 εισάγεται στη σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και μαθητεύει δίπλα στο γλύπτη Μιχάλη Τόμπρο και Αθανάσιο Απάρτη. Το 1950 με υποτροφία σπουδάζει ση σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και το ατελιέ του γνωστού καλλιτέχνη Μαρσέλ Ζιμόν. Το 1956 δημιουργεί το πρώτο του γλυπτό από γύψο για την καφετέρια «La Reqence», ενώ την περίοδο 1951 – 1967 διδάσκει ο ίδιος γλυπτική στη σχολή του Κλερό, στα προάστια του Παρισιού, όπου και δημιουργεί τις λεγόμενες «γκογκότες», μικρά γλυπτά από πηλό, που αναπαριστάνουν τερατόμορφα παραμυθένια ζώα.
Το 1958 αγοράζει το κτήμα Σαντ Ρεμί Λε Σερβέζ, που βρίσκεται στα προάστια του Παρισιού, όπου και κατασκευάζει το σπίτι και το ατελιέ του, το οποίο, όπως είχε κάποτε πει, αποτελούσε για τον ίδιο το καλύτερο «πορτραίτο» του. Το 1959 συνεργάζεται με τον αρχιτέκτονα Αντρέ Γκομίς και δημιουργούν ένα περίφημο γλυπτό σιντριβάνι στο σχολείο της περιοχής Bangeux, ενώ την περίοδο 1963 – 1971, σε συνεργασία πάλι με τον Γκομίς κατασκευάζουν ένα ιδιαίτερο και μεγαλοπρεπές έργο, το υδραγωγείο της πόλης Valance.
Το 1992, σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Φρανσουά, διαμορφώνει ένα πάρκο με γλυπτά στα προάστια του Παρισιού, το 1996 δημιουργεί ένα κήπο με γκογκότες στην περιοχή Saint Aventine en Yvelines, ενώ το 1998 διακοσμεί με γλυπτά την είσοδο του Μακεδονικού Μουσείου σύγχρονης τέχνης στη Θεσσαλονίκη.
Το έργο του και η συνολική προσφορά του αναγνωρίστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Ο ίδιος διακρίθηκε για τη δουλειά του το 1984 με το μετάλλειο Πλαστικών Τεχνών από την Ακαδημία Αρχιτεκτονικής της Γαλλίας, ενώ το 2005 η γαλλική κυβέρνηση τον τίμησε για το συνολικό του έργο και τον ανακήρυξε «αξιωματικό του τάγματος των τεχνών και των γραμμάτων». Τέλος, τον Μάρτιο του 2009, το φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης παρουσίασε το ντοκιμαντέρ «Φίλοι και Μαρίνα», με θέμα τη συνολική δράση του καλλιτέχνη.
Ο Φιλόλαος έφυγε από τη ζωή πρόσφατα σε ηλικία 87 ετών στο Παρίσι, στο σπίτι όπου εκεί είχε ζήσει τα τελευταία 50 χρόνια. Ο ίδιος ήταν ένας καταξιωμένος γλύπτης με γνήσιο καλλιτεχνικό ένστικτο και με μια αξιόλογη και επιτυχημένη καλλιτεχνική παρουσία. Το πιο μεγαλοπρεπές και το πιο επιβλητικό έργο του, όπως θεωρούσε και ο ίδιος, ήταν οι υδατοδεξαμενές στην πόλη Valance, που έγιναν σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Αντρέ Γκομίς.
Αγαπημένα του υλικά, τα οποία χρησιμοποιούσε στα έργα που έφτιαχνε, αποτελούσαν το ξύλο, το μάρμαρο, το ανοξείδωτο ατσάλι και το επεξεργασμένο σκυρόδεμα – πλυμένο τσιμέντο ή μπετόν λαβέ, τα οποία σε συνδυασμό με την καλλιτεχνική του δημιουργία και το προικισμένο πνεύμα του μετουσιώνονταν σε μεγαλοπρεπείς συνθέσεις.

Η γλυπτική σύνθεση στην παραλία του Αναύρου

Το έργο του Φιλόλαου όμως δεν περιορίστηκε μόνο στο εξωτερικό, ο καλλιτέχνης άφησε την προσωπική του καλλιτεχνική σφραγίδα και στον τόπο του. Το 1992 ο Φιλόλαος δημιούργησε το μνημείο της Αντίστασης στο πάρκο Αλκαζάρ της Λάρισας, ενώ παλιότερα, το 1986, είχε δημιουργήσει μια γλυπτική σύνθεση αφαιρετικών μορφών στην παραλία του Αναύρου στο Βόλο.
Συγκεκριμένα, στο Βόλο το 1986, ο τότε δήμαρχος Μιχάλης Κουντούρης ανέθεσε στο Φιλόλαο την κατασκευή μιας γλυπτικής σύνθεσης στην πλατεία του Αναύρου, με την ευκαιρία των εγκαινίων του πάρκου και την προέκταση της παραλίας του Βόλου. Έτσι, με την ευγενική προσφορά του γλύπτη Φιλόλαου, δημιουργήθηκε μια ξεχωριστή μνημειακή σύνθεση που είχε τον τίτλο «Μορφές».
Τα υλικά που χρησιμοποίησε ο Φιλόλαος για την κατασκευή αυτής της σύνθεσης ήταν χαλίκι, σκυρόδεμα και ανοξείδωτο ατσάλι, υλικά που τα αγαπούσε ιδιαίτερα και τα είχε χρησιμοποιήσει στο παρελθόν και άλλα έργα του.
Η συγκεκριμένη σύνθεση αποτελείται από τέσσερα διαφορετικά κομμάτια, τα οποία είναι παρατεταγμένα στη σειρά, τα τρία σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους και το τέταρτο λίγο πιο μακριά. Η σύνθεση βρίσκεται πάνω σε ένα υψηλότερο επίπεδο από αυτό του δρόμου, προβάλλοντας έτσι την παρουσία της πιο έντονα. Το έργο είναι ιδανικά ενταγμένο και πλήρως εναρμονισμένο στο περιβάλλον με φυσικό φόντο τη θάλασσα, δημιουργώντας έτσι μια σωστή ισορροπία στο χώρο.
Αυτά τα τέσσερα διαφορετικά κομμάτια που έχουν διαφορετικό σχήμα και μέγεθος αναπαριστούν κατά πολλούς τα μέλη μιας οικογένειας σε αφηρημένη μορφή. Η τέχνη του γλύπτη αυτονομείται και αποδεσμεύεται από τον δευτερεύοντα διακοσμητικό του ρόλο. Βασικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου έργου είναι η σχηματοποίηση ή ηθελημένη παραμόρφωση, η αποσπασματική απόδοση, η απλοποιητική επεξεργασία των όγκων, η αφαιρετική διάθεση και η απομάκρυνση από τη ρεαλιστική ανάπλαση των μορφών. Πρόκειται για μια αντισυμβατική εκδοχή τέχνης, όπου βασίζεται στην τοποθέτηση μη παραστατικών ή εννοιολογικών μορφών, που ωστόσο κατάφερε να γίνει κατανοητή και αγαπητή από το κοινό, περισσότερο απ’ όσο θα γίνονταν μια παραδοσιακή καλλιτεχνική φόρμα.
Το έργο του Φιλόλαου στην παραλία του Αναύρου είναι ένα έργο που προωθεί μια δημόσια τέχνη μη ρεαλιστική και ακαδημαϊκή, που δε βασίζεται σε οικείους κώδικες αναπαράστασης, αλλά πρεσβεύει μια απλή και λιτή μη παραστατική μορφή τέχνης, που εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου που αναζητά την πρωτοπορία και την καινοτομία στη ζωή του.
Αν και η αφαιρετική τάση επικαλύπτει το έργο του καλλιτέχνη, ο ίδιος επιμένει να δώσει στη σύνθεσή του έναν ανθρωποκεντρικό ρόλο, αποδομώντας τις μορφές και προβάλλοντάς τες σχηματοποιημένες. Οι τέσσερις μορφές παρουσιάζονται σε μια γενικευμένη, χωρίς λεπτομέρειες απόδοση και προβάλλονται με μια αινιγματική διάθεση, που προκαλεί το θεατή να τις αγγίξει για να τις κατανοήσει.
Η μνημειακή σύνθεση των τεσσάρων μορφών στο πάρκο του Αναύρου αποτελεί ένα από τα ομορφότερα έργα του Φιλόλαου που έγιναν στην Ελλάδα και για το οποίο η πόλη του Βόλου νιώθει υπερήφανη. Ο καλλιτέχνης με το συγκεκριμένο έργο «απομυθοποιεί» το ρόλο της τέχνης, επιδιώκοντας έτσι μια πιο λιτή και ελεύθερη έκφραση που κατάφερε να αγαπηθεί ιδιαίτερα από το κοινό και να το κερδίσει.

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Η ιστορία του νοσοκομείου του Βόλου


Το 1854 το Πήλιο, η περιοχή του Βόλου και η Θεσσαλία γενικότερα μαστίζονταν από τη χολέρα. Η επιστήμη της ιατρικής ήταν εντελώς άγνωστη και για να θεραπεύσουν οι άνθρωποι τις διάφορες ασθένειες της εποχής, χρησιμοποιούσαν γιατροσόφια και θρησκευτικές τελετουργίες. Η κατάσταση της χολέρας έκανε επιτακτική την ανάγκη δημιουργίας ενός υποτυπώδους συστήματος υγείας και περίθαλψης για τον πολίτη στον τουρκοκρατούμενο Βόλο, ο οποίος δε διέθετε εκείνη την περίοδο καμία κρατική πρόνοια στον τομέα της υγείας.
Έτσι, την Πρωτομαγιά του 1874 ιδρύθηκε η Φιλελεήμων αδελφότητα ή αδελφάτο, σε ένα ταπεινό παντοπωλείο της περιοχής από «άδημους» παντοπώλεις που είχαν ως στόχο την ίδρυση ενός νοσοκομείου.
Τα πρώτα χρόνια δημιουργίας του αδελφάτου, κύρια μέριμνά του αποτελούσε η φιλανθρωπία, ενώ η ίδρυση του νοσοκομείου έμελλε να γίνει μέσα στα επόμενα χρόνια.
Τον Ιανουάριο του 1884 κατατέθηκε στο δημοτικό συμβούλιο μια πρόταση σχετικά με την ανέγερση και συντήρηση πολιτικού νοσοκομείου σε μια εποχή όπου η φιλανθρωπία υποκαθιστούσε κυριολεκτικά την κρατική κοινωνική πολιτική.
Έτσι, στα τέλη του 1884 ο δήμαρχος Ιωάννης Καρτάλης πρότεινε να αναγραφεί στον προϋπολογισμό του επόμενου έτους το ποσό των 10.000 δρχ για την ανέγερση νοσοκομείου σε οικόπεδο του δήμου, καθώς ο πληθυσμός του Βόλου συνεχώς αυξάνονταν και η δημιουργία ενός πολιτικού νοσοκομείου αποτελούσε πλέον επιτακτική ανάγκη.
Η πρόταση του δημοτικού συμβουλίου για την ανέγερση πολιτικού νοσοκομείου έγινε τελικά δεκτή από τη βουλή και έτσι στις 19 Μαίου του 1885 εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα, με το οποίο αποφασίστηκε η μετατροπή του κανονισμού του αδελφάτου.
Το αδελφάτο στο εξής ανέλαβε μια σειρά από αρμοδιότητες, όπως την αναζήτηση κτιρίου όπου θα στέγαζε το νοσοκομείο, την εύρεση του απαραίτητου εξοπλισμού για το νοσοκομείο, το διορισμό προσωπικού, καθώς και τη μέριμνα για την οργάνωση, τη συντήρηση, την επέκταση και την ορθή λειτουργία του νοσοκομείου.
Το 1885 το νοσοκομείο βρίσκεται στην αρχή της λειτουργίας του και έχει να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα, οικονομικής κυρίως φύσεως. Το θέμα της συντήρησης του νοσοκομείου αποτελούσε το βασικότερο πρόβλημα που απασχολούσε τα μέλη του αδελφάτου, καθώς οι πόροι που διέθεταν ήταν σχεδόν μηδενικοί.
Έτσι, μια πρώτη σκέψη ήταν η αναζήτηση χορηγιών από ομογενείς του Καϊρου, της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης και της Ρουμανίας. Η ανταπόκριση τελικά υπήρξε θετική και ο θεσμός της χορηγίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξελικτική πορεία του νοσοκομείου.
Από το τέλος του 1899, την προεδρία του αδελφάτου ανέλαβε ο Νικόλαος Γεωργιάδης. Ο Γεωργιάδης αποτελούσε μια πολύπλευρη προσωπικότητα. Ο ίδιος γιατρός στο επάγγελμα και με σπουδές στο εξωτερικό, έπαιξε με την πολυσχιδή δράση του καθοριστικό ρόλο στην πορεία της πόλης και του νοσοκομείου.
Επί δημαρχίας του έγιναν πάρα πολλά αξιόλογα έργα υποδομής στο Βόλο, ενώ όσον αφορά το νοσοκομείο όνειρό του ήταν η δημιουργία ενός σύγχρονου, με όλα τα μέσα, νοσοκομείου που θα κάλυπτε τις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες της πόλης.
Έτσι, στις 15 Οκτωβρίου του 1900, με τη χορηγία των ευπατρίδων Κων/νου και Νικολάου Αχιλλοπούλου, στη μνήμη του πατέρα τους Ευάγγελου, θεμελιώθηκε το πρώτο νοσοκομείο σε οικόπεδο που επιλέχθηκε στη τοποθεσία του Αναύρου. Τη μεγάλη αυτή δωρεά των αδερφών Αχιλλοπούλου αποδέχθηκε με ευγνωμοσύνη το διοικητικό συμβούλιο της αδελφότητας και εξέδωσε ψήφισμα, σύμφωνα με το οποίο το νοσοκομείο θα είχε την επωνυμία Αχιλλοπούλειο.
Το κτίριο άρχισε να κατασκευάζεται στη σημερινή του θέση, με πρόσοψη προς τη θάλασσα, αλλά και προς την οδό Πολυμέρη. Το νοσοκομείο αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα κτίρια στην Ελλάδα και ήταν το δεύτερο σε μέγεθος νοσοκομειακό ίδρυμα, μετά το Ευαγγελισμό των Αθηνών.
Το κτίριο ήταν λιθόκτιστο και με ξύλινες στέγες, οι οποίες ήταν καλυμμένες με κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Η κύρια κατασκευή αναπτύσσονταν σε δύο στάθμες, το ημιυπόγειο και το ισόγειο και είχε σχεδιαστεί σε αυστηρά νεοκλασικό ρυθμό.
Η κάτοψη ακολουθούσε την τυπική διάταξη των πολιτικών νοσοκομείων και οργανώνονταν σε δύο ξεχωριστές πτέρυγες. Στο κεντρικό χώρο του κτιρίου η οργάνωση ήταν απλή και σχηματίζονταν από δύο προθάλαμους, έναν για κάθε είσοδο. Στο ισόγειο του κεντρικού πυρήνα υπήρχε η διεύθυνση του νοσοκομείου, η αίθουσα του συμβουλίου, το χειρουργείο και το φαρμακείο, ενώ στο ημιυπόγειο υπήρχε το μαγειρείο και τα δωμάτια προσωπικού. Γενικά η οργάνωση των κατόψεων και η διαμόρφωση των όψεων του κτιρίου ακολουθούσαν τις αρχές της απόλυτης συμμετρίας, ενώ ήταν παράλληλα και απόλυτα συμμετρικά ως προς τον κεντρικό κατακόρυφο άξονα συμμετρίας του κτιρίου.
Παρά το μεγάλο αριθμό των δωρεών, το νοσοκομείο συντηρούνταν κυρίως αό ετήσιες χορηγίες του δήμου Παγασών. Εκείνη την περίοδο λοιπόν τέθηκε η πρόταση μετατροπής του νοσοκομείου σε δημοτικό ίδρυμα. Κατά τη γενική συνέλευση που έγινε στις 16 Απριλίου 1908, υπό την προεδρία του δημάρχου Ιωάννη Καρτάλη, η πρόταση, παρά τις κάποιες αντιδράσεις, έγινε δεκτή.
Από τότε το νοσοκομείο, με τη βοήθεια κάποιων χορηγιών από ευγενείς συμπολίτες Πηλιορίτες ή ομογενείς Αιγύπτιους, λειτουργούσε κανονικά και μπορούσε να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του.
Η κοινωνική προσφορά του νοσοκομείου υπήρξε μεγάλη, ιδιαίτερα στις αρχές του 1920, όταν ο Βόλος δέχθηκε ένα τεράστιο αριθμό προσφύγων, ήταν λογικό να δημιουργηθούν κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία, κίνδυνοι τους οποίους το νοσοκομείο καλούνταν να αντιμετωπίσει.
Εκτός απ’ την εγκατάσταση των προσφύγων το καλοκαίρι του 1921, έχουμε την εγκατάσταση στην Ελλάδα ενός μεγάλου αριθμού Ρώσων στρατιωτικών από τη νότια Ρωσία, που ήρθαν στη χώρα μας ύστερα από μια αποτυχημένη εκστρατεία που έλαβε χώρα στην Ουκρανία. Μετά την αποτυχία των συμμάχων, οι Ρώσοι αποχώρησαν και αρκετοί εγκαταστάθηκαν σε σκηνές στην περιοχή του Ξηρόκαμπου, όπου οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης εκεί προκάλεσαν νέες ασθένειες και καινούριους κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Για να αντιμετωπίσει αυτές τις ανάγκες το αδελφάτο αποφάσισε την πρόσληψη για τέσσερις μήνες έκτακτου προσωπικού, το οποίο θα ανταποκρίνονταν στις ανάγκες των Ρώσων ασθενών.
Το 1922 έχουμε και την εγκατάσταση στην πόλη του Βόλου των προσφύγων της Μ. Ασίας, εγκατάσταση που προκάλεσε με τη σειρά της καινούρια προβλήματα, που καλούνταν κάθε φορά το νοσοκομείο του Βόλου να αντιμετωπίσει.
Εκτός από την εγκατάσταση των προσφύγων και άλλων πληθυσμών, το νοσοκομείο του Βόλου είχε να αντιμετωπίσει και τις δύσκολες καταστάσεις που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των πολέμων. Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το νοσοκομείο διέκοψε τη νοσηλευτική του δράση για τους άπορους κατοίκους της περιοχής, καθώς δημιουργήθηκαν νέες σοβαρότερες ανάγκες, όπως ήταν η νοσηλεία των τραυματισμένων στρατιωτών. Έτσι το δημοτικό νοσοκομείο μεταφέρθηκε στο οίκημα Περβανά και το Αχιλλοπούλειο φιλοξενούσε το δεύτερο στρατιωτικό νοσοκομείο της περιοχής.
Με την εισβολή των Γερμανών τον Απρίλιο του 1941, έχουμε την επιστροφή του δημοτικού νοσοκομείου από το κτίριο Περβανά όπου στεγάζονταν, στο Αχιλλοπούλειο, το οποίο έπαψε πλέον να λειτουργεί ως δεύτερο στρατιωτικό νοσοκομείο και έτσι στις 16 Μαΐου του 1941, το νοσοκομείο λειτουργούσε και πάλι όπως ήταν.
Στα μαύρα χρόνια της κατοχής, εκεί όπου τα σημάδια της ανθρώπινης αθλιότητας ήταν πανταχού παρόντα, το νοσοκομείο έδωσε και πάλι το παρόν, λειτουργώντας για άλλη μια φορά δυναμικά και πάλι δίπλα στο πλευρό των πολιτών. Η πρωτοχρονιά του 1942 βρίσκει την πόλη του Βόλου ρημαγμένη, καθώς η φυματίωση σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της, οι μαυραγορίτες οργιάζουν, ο πληθωρισμός λειτουργεί ανεξέλεγκτα, τα φαρμακεία δεν υπάρχουν και ο κόσμος πεθαίνει καθημερινά. Οι κατακτητές επιθυμούν οι οίκοι ανοχής να παραμείνουν ανοιχτοί με συνέπεια την εξάπλωση αφροδίσιων νοσημάτων, καθώς λείπουν τα απαραίτητα φάρμακα. Το δημοτικό νοσοκομείο για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, διαθέτει μια αίθουσα με τρεις κλίνες αρχικά, για τις γυναίκες ελεύθερων ηθών που έπασχαν από αφροδίσια νοσήματα.
Ακολουθεί το 1944 ο εμφύλιος πόλεμος που έμελλε να κρατήσει εμπόλεμη την Ελλάδα ως το 1949. Οι ανάγκες και τα ελλείμματα της Ελλάδας είναι πολλά και η οικονομική δυσπραγία κυριαρχεί σε όλους τους τομείς. Η πόλη είναι κατεστραμμένη από το βομβαρδισμό και δε λειτουργεί τίποτα. Το νοσοκομείο εξακολουθεί να προσφέρει βοήθεια στις άπορες κοινωνικές τάξεις και σε πολλούς τραυματισμένους του ΕΛΑΣ οι οποίοι βρίσκονται σε άθλια κατάσταση και προέρχονται από το διαλυμένο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λάρισας.
Στις αρχές του 1950, το κράτος αρχίζει να αναδιοργανώνεται και να κλείνει τις πληγές που άφησε πίσω του η ξενική κατοχή και ο εμφύλιος. Το νοσοκομείο, έχοντας περάσει όλες αυτές τις περιπέτειες και τους αγώνες, συνεχίζει να προσφέρει εγκάρδια τις υπηρεσίες του στην τοπική κοινωνία.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, με βασιλικό διάταγμα της 28ης Απριλίου, καταργείται η Φιλελεήμων αδελφότητα και το ίδρυμα γίνεται κρατικό, ανήκοντας πλέον στο υπουργείο κοινωνικής πρόνοιας και υγείας.
Η μετατροπή αυτή συνέπεσε με τους καταστροφικούς σεισμούς το ’55, που μετέτρεψαν την πόλη του Βόλου σε πόλη ερείπιο. Νέα προβλήματα και νέες ανάγκες δημιουργήθηκαν, καθώς οι άνθρωποι βρέθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη να ζούνε σε σκηνές. Το νοσοκομείο συνέχισε να λειτουργεί για να αντιμετωπίσει τις νέες καταστάσεις που προέκυπταν κάθε φορά και να δίνει πάντα με το δυναμικό του ρόλο το παρόν.
Η κοινωνική προσφορά του νοσοκομείου ήταν μεγάλη, κυρίως στις δύσκολες εποχές, όπως ήταν η μικρασιατική καταστροφή, η γερμανική κατοχή, ο εμφύλιος πόλεμος και οι σεισμοί του ’55.
Το νοσοκομείο κατάφερε να φέρει εις πέρας το έργο του, χάρη στο καταξιωμένο ιατρικό προσωπικό, που αποτελούνταν από γιατρούς με γνώσεις και υψηλό συναίσθημα ευθύνης, οι οποίοι παρά τα πενιχρά μέσα της εποχής που διέθεταν, εργάστηκαν υποδειγματικά με ευσυνειδησία και αυταπάρνηση, προσφέρονταν απλόχερα τις υπηρεσίες τους στην τοπική (και όχι μόνο) κοινωνία του Βόλου.


Βιβλιογραφία:
Το Αχιλλοπούλειο Νοσοκομείο Βόλου, Επιμέλεια έκδοσης: Αννίτα Πράσσα, Χαράλαμπος Σκουλάκης, Φίλοι Νοσοκομείου Βόλου, Βόλος, 2007

Το κάστρο της Νταμούχαρης


Η Νταμούχαρη, μια από τις ωραιότερες παραλίες του ανατολικού Πηλίου, που διατηρεί σχεδόν αψεγάδιαστη την άγρια παρθένα ομορφιά της, αποτελούσε εδώ και αιώνες ένα μοναδικό φυσικό λιμάνι και την πρώτη σκάλα της περιοχής, που παρείχε στο παρελθόν ασφάλεια στους κατοίκους του ανατολικού Πηλίου, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Ο κόρφος της Νταμούχαρης χωρίζεται σε δύο μικρότερους κόρφους, τους γνωστούς δίδυμους κόρφους της περιοχής, σχηματίζοντας δύο φυσικές αγκαλιές: την παλιά, η οποία είναι μεγαλύτερη και την καινούρια, όπου υπάρχει και η αντίστοιχη παραλία. Ο λόφος που σχηματίζεται μεταξύ των δύο κόρφων της Νταμούχαρης δεν είναι τίποτα άλλο από μία κακοτράχηλη, βραχώδη γλώσσα, πάνω στην οποία βρίσκονται τα κατάλοιπα του παλιού κάστρου.
Στην περιοχή της Νταμούχαρης δεν έχουν γίνει οι απαραίτητες ιστορικές και αρχαιολογικές έρευνες, οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν να σχηματίσουμε έστω μια αδρή εικόνα για την ιστορία του κάστρου. Κατά το παρελθόν έχουμε μαρτυρίες, από διάφορους μελετητές, οι οποίοι πλησίασαν στην περιοχή, αλλά ποτέ δεν έφτασαν στο λόφο του κάστρου.
Ο Κορδάτος είχε δώσει κάποια στοιχεία για την τοποθεσία, αλλά είναι φανερό από τις αντιφάσεις του πως ποτέ δεν επισκέφτηκε το λόφο. Ο Γάλλος περιηγητής Meziere, ο οποίος είχε γυρίσει όλο το Πήλιο, από το 1850, όπως ο ίδιος ομολογεί δεν επισκέφτηκε το κάστρο λόγω κάποιας αδιαθεσίας που ένιωθε εκείνη την περίοδο. Τέλος, ο Αρβανιτόπουλος είχε επισκεφτεί στις αρχές του αιώνα το γειτονικό κάστρο της Καραβοστασίας, αλλά όπως ο ίδιος δήλωσε δεν επισκέφτηκε ποτέ το κέντρο της Νταμούχαρης.
Κατά το παρελθόν πολλοί επίσης λόγιοι και μελετητές δε δίστασαν να συνδέσουν τη συγκεκριμένη τοποθεσία με κάποια αρχαία μαγνητική πόλη, χωρίς οι ίδιοι να έχουν ποτέ επισκεφτεί το λόφο και χωρίς να έχει γίνει η αντίστοιχη αρχαιολογική έρευνα όπου θα έδινε και τα απαιτούμενα τεκμήρια.
Στο λόφο του κάστρου δεν έχουν διαπιστωθεί κατά το παρελθόν αξιόλογα επιφανειακά τεκμήρια, κάτι που κάνει πολύ δύσκολη την απόπειρα ταύτισης του κάστρου με κάποιον αρχαίο οικισμό. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την απουσία κάθε αρχαιολογικής μελέτης και έρευνας, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε σχετικά με την ταυτότητα του κάστρου και το ρόλο που αυτό είχε στην ευρύτερη περιοχή.
Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες του μελετητή Κώστα Λιάπη, το κάστρο δε φαίνεται να έχει καμία σχέση με την αρχαιότητα και στην περιοχή αυτή δεν αντιστοιχεί καμία αρχαία πόλη της Μαγνησίας. Το κάστρο πιθανότατα χρονολογείται στα υστεροβυζαντινά χρόνια, καθώς αποτελεί ένα τυπικό βυζαντινό οχυρό, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήθηκε και από τους Βενετσιάνους, όταν αυτοί εκμεταλλεύτηκαν το λιμάνι της Νταμούχαρης για κάποιο χρονικό διάστημα. Το κάστρο χρησιμοποιήθηκε επίσης και από τους ντόπιους κατοίκους της περιοχής, όσο καιρό αυτοί ήταν εγκατεστημένοι στην παραλία της Νταμούχαρης, καθώς τους προσέφερε προστασία από τους πειρατές.
Από τις αρχές του περασμένου αιώνα το λιμάνι της Νταμούχαρης απέκτησε μεγάλη εμποροναυτική ακμή, η οποία συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια του ίδιου αιώνα. Πλήθος μαγαζιών και αποθηκών, καθώς και η ύπαρξη ενός τούρκικου τελωνείου, τα οποία σώζονται ακόμη, αποτελούν μάρτυρες της οικονομικής δύναμης εκείνης της εποχής.
Τον 11ο αιώνα, σύμφωνα με τον Κώστα Λιάπη, το κάστρο της Νταμούχαρης πρέπει να βρίσκονταν σε πλήρη λειτουργία και να προστάτευε τους καλόγηρους και τους «προκαθήμενους» του παλαιότερου μοναστηριού, που ήταν αφιερωμένο στον προστάτη των ναυτικών Άγιο Νικόλαο. Η μονή πρέπει να κτίστηκε ή να ανακαινίστηκε το 1744 (σύμφωνα με κτητορική επιγραφή, από την οποία δεν καταλαβαίνουμε αν η χρονολογία αφορά το χρόνο ανακαίνισης της μονής ή το χρόνο ίδρυσής της) και πλουτίστηκε τις αρχές του 19ου αιώνα με υπέροχες αγιογραφίες που έγιναν με δαπάνες των κατοίκων της περιοχής.
Σήμερα στο ψηλό λόφο της Νταμούχαρης μπορεί κανείς να διακρίνει τα λιγοστά απομεινάρια του κάστρου, που αποτελούν μάρτυρες ενός παρελθόντος που δε γνωρίζουμε ακριβώς. Τα τείχη που περιστοιχίζουν το στρόγγυλο και βραχώδη λόφο του κάστρου είναι ακόμη διακριτά. Στον εσωτερικό περίβολο του κάστρου υπάρχουν κτίσματα και καινούριες επεμβάσεις του περασμένου αιώνα, που δεν έχουν καμία σχέση με την αρχική λειτουργία του οχυρού. Στη Β.Δ. πλευρά και από την πλευρά του λιμανιού της καινούριας Νταμούχαρης, υπάρχει ένα όρθιο κτίσμα και δίπλα του υψώνονται τα ερείπια ενός παλιότερου κτίσματος, του τούρκικου τελωνείου. Τέλος, στην κορυφή του λόφου υψώνονται τα ερείπια και ενός τρίτου κτίσματος.
Στο κέντρο της δυτικής πλευράς του κάστρου, όπου τα τείχη υψώνονται σε πολύ καλή κατάσταση σώζεται κολλημένη σ’αυτά, η παλιά υδατοδεξαμενή του κάστρου σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου με διαστάσεις 4 μήκος και ύψος και 2 πλάτος.
Η έκταση στο εσωτερικό του κάστρου είναι καλυμμένη σήμερα με ελιές και πουρνάρια. Εκτός από τα τείχη που είναι διακριτά, είναι ακόμη εμφανείς η δυτική πλευρά του κάστρου, η νοτιοδυτική γωνία του, καθώς και η δεξαμενή του.
Τα τείχη είναι κτισμένα με άνισες ακανόνιστες πέτρες, λαξευμένες με ιδιαίτερη τέχνη και φροντίδα. Η μέθοδος κτισίματος που χρησιμοποιήθηκε είναι η μέθοδος της αργολιθοδομής, όπου ασβεστοκονίαμα ανακατεμένο με θραύσματα κεραμιδιού έχουν χρησιμοποιηθεί ως υλικό συνδέσμου.
Η άγνωστη ζωή του και ιστορία του κάστρου αντανακλώνται στις λίγες τοπικές παραδόσεις των κατοίκων της περιοχής, που αντικατοπτρίζουν κάποιες φορές μερικές αλήθειες. Το κάστρο της Νταμούχαρης δεν αποτελεί απλά ένα κομμάτι του μακρινού παρελθόντος, αλλά ένα ισχυρό οχυρό που κάποτε έζησε ένδοξες στιγμές. Αν και η φθορά του χρόνου είναι μεγάλη, τα απομεινάρια του κάστρου στέκουν εκεί διατηρώντας την επιβλητικότητα και την αγέρωχη έκφρασή τους, έτοιμα να μας διηγηθούν τη δική τους μοναδική ιστορία και να μας ταξιδέψουν σε άλλους καιρούς και άλλες εποχές.


Βιβλιογραφία

Κώστας Λιάπης, «Το κάστρο της Νταμούχαρης», ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ – ΤΟΜΟΣ 11, Βόλος (1995), σελ. 173-190

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Τα ψάρια της Κάρλας



Η Κάρλα πριν την αποξήρανσή της, αποτελούσε ένα πολύ σημαντικό υγρότοπο, ο οποίος φιλοξενούσε μια μεγάλη ποικιλία από ανθρώπινες δραστηριότητες. Η Κάρλα με τα άφθονα ψάρια της, υπήρξε ο χώρος όπου αναπτύχθηκε ένας μοναδικός τρόπος ζωής των ανθρώπων που επί αιώνες ψάρευαν στα νερά της. Οι Καναλιώτες, κυρίως, ψαράδες αποτελούσαν μια οργανωμένη κοινωνία ψαράδων που διαιώνισαν αυτόν τον τρόπο ζωής, από πατέρα σε γιο, ως την αποξήρανση της λίμνης το 1962.
Η λίμνη διέθετε τρεις ιχθυόσκαλες. Η μεγαλύτερη ονομάζονταν αποβάθρα και βρίσκονταν στην Πέτρα. Στην αποβάθρα γίνονταν η διακίνηση των ψαριών, τα οποία έφταναν ως και δεκαπέντε τόνους τη μέρα. Η δεύτερη ιχθυόσκαλα ονομάζονταν Αερανή και βρίσκονταν κοντά στον Άγιο Νικόλαο και η τρίτη, που ονομάζονταν παλαιόσκαλα, βρίσκονταν ανάμεσα στα Κανάλια και το Καλαμάκι.
Στη σκάλα συγκεντρώνονταν κάθε πρωί μικροπωλητές και έμποροι απ’όλη τη Θεσσαλία για να συμμετέχουν στην πώληση των ψαριών. Τα περιζήτητα ψάρια της λίμνης πωλούνταν και στο παζάρι και των Καναλίων, ενώ το μεγάλο εμπόριο των ψαριών έφτανε ως τη Φθιώτιδα, την Ήπειρο και τη Βουλγαρία.
Οι ψαράδες της λίμνης ζούσαν για εννιά περίπου μήνες σε καλύβες δίπλα στο νερό. Ο λιμναίος αυτός οικισμός αποτελούνταν από εκατό περίπου καλύβες και ήταν ανδροκρατούμενος. Η οργανωμένη κοινότητα των ψαράδων είχε αναπτύξει δικούς της τρόπους ψαρέματος στη λίμνη. Χρησιμοποιούσαν κυρίως το δίχτυ, το οποίο έπλεκαν οι γυναίκες των ψαράδων, τις ψαροπαγίδες από καλάμια που έπλεκαν οι ίδιοι, καθώς και κοντάρια.
Η ιχθυοπαραγωγή της Κάρλας ήταν μεγάλη και επέφερε ένα πολύ σημαντικό εισόδημα. Η λίμνη διέθετε μια τεράστια ποικιλία ψαριών, με πιο γνωστά τον κυπρίνο και την πεταλούδα,, που ξεχώριζαν από τα μεγάλα στρόγγυλα λέπια τους και το έντονο χρυσαφί τους χρώμα,
Πιο αναλυτικά, τα ψάρια της λίμνης ήταν τα εξής:

1) τσιρώνι (Rutilus Rutilus), γνωστό και ως ασπροπλατίτσα, με χρυσαφί χρώμα και κόκκινα πτερύγια, που μπορούσε να φτάσει στην καλύτερη περίπτωση τα 40 εκατοστά μήκος και βάρος το 1 κιλό.


2) Ο κοκκινομάτης ή κοκκινοφτέρα (scerdinius), όπου συγγένευε με το τσιρώνι, με τη μόνη διαφορά ότι τα μάτια αυτού του ψαριού είχαν μια πιο ερυθρή απόχρωση. Το ψάρι ήταν γνωστό και ως καραπλατίτσα και αλιεύονταν σε μεγάλες ποσότητες.


3) Ο κέφαλος (Lenciscus cephalus), που συγγένευε με τον κέφαλο της θάλασσας με βασικές διαφορές ότι ήταν πιο μεγαλόσωμος, είχε πιο στρογγυλά λέπια και το χρώμα του είχε μια ήπια χρυσαφί απόχρωση. Το ψάρι αυτό αλιεύονταν σε επίσης μεγάλες ποσότητες και ζύγιζε μέχρι και 2 κιλά.



4) Το μπιζί (allurnus alburnus), που στην τοπική ονομασία ήταν γνωστό ως πράσινη σαρδέλα, λόγω της πράσινης ρίγας που έφερε το σώμα του. Το ψάρι αυτό είχε το μέγεθος μιας κοινής σαρδέλας. Τα τελευταία χρόνια η ποσότητα του είδους αυτού του ψαριού είχε μειωθεί αρκετά.


5) Ο γωβιός (gobio gobio) γνωστός ως χρυσίσκος, ήταν ένα μικρό ψάρι λίγων εκατοστών, που συγγένευε με το γωβιό της θάλασσας. Το ψάρι αυτό αλιεύονταν σε πολύ μικρές ποσότητες, χωρίς καμία εμπορική αξία.


6) Η ταινία (colitis taenia) γνωστό στην τοπική κοινωνία και ως φιδόψαρο, ήταν ένα μικροσκοπικό ψάρι που έφερε μουστάκια στο στόμα του και καφέ κηλίδες γύρω από το σώμα του.





7) Το mosquito fish, γνωστό ως κουνουπόψαρο, ήταν ένα επίσης μικροσκοπικό ψάρι, που τρέφονταν με κουνούπια και προνύμφες κουνουπιών. Βασικό χαρακτηριστικό των κουνουπόψαρων αποτελούσε η μαύρη κηλίδα που έφεραν στην κοιλιά τους.




8) Ο κυπρίνος (cyprinus caprio). Το ψάρι αυτό στην τοπική κοινωνία ήταν γνωστό ως σαζάνι ή γριβάδι. Ήταν ένα μεγάλο ψάρι με χρυσαφί χρώμα και στρόγγυλα λέπια, που φτάνει σε μήκος το 1 μέτρο και σε βάρος έως 25 κιλά. Διέφερε από την πεταλούδα, γιατί έφερε μουστάκια στις άκρες του στόματός του. Ο κυπρίνος αποτελούσε το πιο γνωστό ψάρι της λίμνης και αλιεύονταν σε τεράστιες ποσότητες, λόγω της εύγεστης γλυκιάς σάρκας του.



9) Η πεταλούδα (carasius carasius) γνωστό και ως μεγάλο χρυσόψαρο, έμοιαζε πολύ με τον κυπρίνο, μόνο που το σώμα της ήταν πιο πιεσμένο πλευρικά. Η πεταλούδα μπορούσε να φτάσει τα 40-45 εκατοστά σε μήκος και είχε βάρος έως 3 κιλά. Όπως το γριβάδι, έτσι και η πεταλούδα αλιεύονταν σε πολύ μεγάλες ποσότητες.



10) Το χέλι (anquilla anquilla), το οποίο τα τελευταία χρόνια, λίγο πριν από την αποξήρανση της λίμνης, είχε σχεδόν εξαφανιστεί.



Τα ψάρια της λίμνης ήταν πολύ νόστιμα και μαγειρεύονταν με πολλούς τρόπους. Πολύ γνωστά εδέσματα αποτελούσαν οι ψαρόπιτες και τα καρλιόψωμα. Τόσο μεγάλη ήταν η νοστιμιά των ψαριών της Κάρλας, ώστε ακόμη και οι Κεραμιδιώτες και οι Ζαγοριανοί, που αν και ζούσαν σε παραθαλάσσια χωριά, τα προτιμούσαν και τα αγόραζαν.
Με την αποξήρανση της λίμνης τα περισσότερα ψάρια πέθαναν, καθώς το νερό της μεταφέρθηκε μέσω μιας σήραγγας στον Παγασητικό. Κάποια από τα ψάρια κατάφεραν να επιβιώσουν στους ελάχιστους νερόλακους που είχαν απομείνει στην περιοχή της πρώην λίμνης, ενώ κάποια άλλα βρήκαν τραγικό θάνατο στα μολυσμένα από βιομηχανικά απόβλητα και φυτοφάρμακα κανάλια. Ο γόνος όμως των ψαριών κατάφερε να διατηρηθεί όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι και σήμερα, όπου έγινε η ανασύσταση και η επαναδημιουργία της νέας λίμνης.
Το χρυσάφι της Κάρλας ήταν ουσιαστικά τα ψάρια της, τα οποία κατά τη διάρκεια της κατοχής έσωσαν κυριολεκτικά ζωές. Ο άνθρωπος πλήγωσε με τον χειρότερο τρόπο αυτόν τον μοναδικό θησαυρό που κάποτε ζούσε από εκείνον. Ας ελπίσουμε κάποια μέρα αυτός ο θησαυρός, τα καρλίσια ή καρλιώτικα ψάρια, να ξαναδημιουργηθεί και να επιστρέψει στον τόπο που γεννήθηκε, στη λίμνη Κάρλα.