Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Η αμφιπρόσωπη εικόνα της Καστοριάς και η σχέση της με το πάθος του Χριστού


Η συγκεκριμένη εικόνα προέρχεται από την Καστοριά και φιλοξενείται στο Βυζαντινό μουσείο της πόλης. Στην εμπρόσθια όψη της εικόνας απεικονίζεται η Παναγία βρεφοκρατούσα και στην οπίσθια, η Άκρα ταπείνωση.
Η εικόνα είναι ζωγραφισμένη με την τεχνική της αυγοτέμπερας σε ξύλο και έχει διαστάσεις 115 x 77 εκ. Η εμπρόσθια όψη παρουσιάζει την Παναγία βρεφοκρατούσα σε προτομή, να κρατά με το αριστερό χέρι της το Χριστό και το δεξί να το φέρει μπροστά στο στήθος της. Ο Χριστός, ο οποίος παριστάνεται ως μικρό παιδί, αλλά με έκφραση ώριμου άνδρα, με το αριστερό χέρι κρατάει ειλητάριο και με το δεξί ευλογεί. Η Παναγία απεικονίζεται με έκφραση θλίψης, η οποία αποδίδεται από τις βαθιές ρυτίδες πόνου ανάμεσα στα φρύδια της. Στο επάνω μέρος της εικόνας αριστερά και δεξιά εικονίζονται δύο μικροσκοπικοί άγγελοι που σεβίζουν.
Στην οπίσθια όψη απεικονίζεται ο Χριστός στον τύπο της Άκρας ταπείνωσης. Είναι ζωγραφισμένος σε προτομή, με τα μάτια κλειστά και το κεφάλι γερμένο προς το δεξιό ώμο. Ακριβώς πίσω του βρίσκεται τοποθετημένος ο σταυρός του μαρτυρίου, από τον οποίο διακρίνεται η απόληξη της κατακόρυφης, καθώς δεξιά κεραία. Πάνω από την απόληξη υπάρχει η κεφαλαιογράμματη επιγραφή [ΒΑC]ΙΛΕΥC ΤΗC ΔΟΞΗC, ενώ δεξιά και αριστερά από την κατακόρυφη κεραία του σταυρού αναγράφονται οι βραχυγραφίες ΙΗC(ΟΥ)C Χ(ΡΙCΤΟ)C.
Στο κάτω μέρος της εικόνας υπάρχουν εγκοπές για την τοποθέτησή της σε κοντάρι, κάτι που δείχνει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή εικόνα, αλλά με μια εικόνα λιτανείας. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το θέμα των δύο όψεων της εικόνας, οδήγησε στη σύνδεσή της με την ακολουθία των Παθών κατά την Μεγάλη Παρασκευή.
Στην εμπρόσθια όψη αξίζει να σταθούμε στην κατεύθυνση του βλέμματος και της έκφρασης της Παναγίας, η οποία αποπνέει οδύνη. Το νεανικό της πρόσωπο έρχεται σε αντίθεση με το βαθιά αυλακωμένο από ρυτίδες μέτωπό της, αλλά και με τη γαλήνια έκφραση του θείου βρέφους. Τα στοιχεία αυτά δε θα μπορούσαν να ερμηνευτούν παρά σε συνδυασμό με την απεικόνιση της οπίσθιας όψης με το νεκρό Χριστό. Η Παναγία δηλαδή είναι θλιμμένη γιατί προαισθάνεται το μέλλον του γιου της, το Πάθος, τη Σταύρωση και τη Ταφή του.
Στην οπίσθια όψη ο Χριστός παρουσιάζεται όρθιος αλλά νεκρός και μέσα στην Άκρα ταπείνωση και μοναξιά χαρακτηρίζεται ως Βασιλεύς της Δόξης, κάτι που σημαίνει ότι στη συγκεκριμένη εικόνα έχουμε να κάνουμε με το Χριστό μεταξύ Σταύρωσης και Ανάστασης. Στη σκηνή της Άκρας ταπείνωσης παρουσιάζεται ο θάνατος του Χριστού, αλλά πρόκειται στην ουσία για το θάνατο της ανθρώπινης φύσης του Χριστού και την απελευθέρωση της θεϊκής του διάστασης. Έχουμε να κάνουμε δηλαδή, με μια συνθετική εικόνα που το νοηματικό της περιεχόμενο περικλείει τόσο τη Σταύρωση και τη ταφή, όσο και την Ανάσταση.
Και οι δύο όψεις της εικόνας χρονολογούνται στο τελευταίο τέταρτο του 12ου αιώνα. Τόσο στη βρεφοκρατούσα, όσο και στη σκηνή του Πάθους, εκείνο που κυριαρχεί είναι η διάχυτη έκφραση των συναισθημάτων. Μια έκφραση όπου στην Παναγία αποτυπώνεται στο βλέμμα, ενώ στην Άκρα ταπείνωση αποδίδεται με τις συσπάσεις του προσώπου. Λόγω του θέματός της, αποτελεί μία κατεξοχήν λατρευτική εικόνας της Μεγάλης Παρασκευής, που παρουσιάζει σε εξέλιξη το θείο δράμα, αφού στις μορφές συνοψίζεται το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον: η ενσάρκωση, η Σταύρωση και η Ανάσταση.

Βιβλιογραφία: Belting Hans, “An image and its function in the Liturgy: the man of sorrows in Byzantium”, Dumbarton Oaks Papers, 1980-81, σελ 1-16

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Αφιέρωμα στη γυναίκα: Η γυναίκα χθες και σήμερα στον κόσμο




«Αλλά πώς να βασιστούμε στις γυναίκες για να φερθούμε με λογική ή για να ανδραγαθήσουμε . . . περιορισμένες όπως είμαστε μέσα στα φτιασίδια μας, μέσα στα κίτρινα κροκάτα φορέματά μας, στην περιποίηση της ομορφιάς μας, στους χιτώνες μας, στα σανδάλια μας;»

(Αριστοφάνης, Λυσιστράτη)



Διαπολιτισμικά, οι άνδρες και οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν στο εσωτερικό ιστό κάθε κοινωνίας πολλές διαφορετικές σημασίες, οι οποίες οργανώνονται μέσα από πρακτικές εμπλοκής των ατόμων ως άνδρες και γυναίκες και ταυτόχρονα προσδιορίζουν τη δράση τους σε ένα οριοθετημένο σύστημα πρακτικών και αξιών, μέσα στο οποίο τα δρώντα υποκείμενα βιώνουν τον εαυτό τους και τον κόσμο.
Το φαινόμενο της ασυμμετρίας στις σχέσεις των φύλων, είναι ένα οικουμενικό φαινόμενο και αντιστοιχεί στην επίσης οικουμενική ασυμμετρία, που υπάρχει ανάμεσα στους χώρους «δημόσιος» και «ιδιωτικός».
Έτσι, οι γυναίκες που αντιπροσωπεύουν το «ιδιωτικό» ή «οικιακό» χώρο, προσδιορίζονται κοινωνικά με γνώμονα την φύση τους και την σχέση που έχουν με τους άντρες ως σύζυγοι, κόρες, μητέρες, κλπ. Στο παρελθόν, η γυναίκα λόγω της ανατομίας της, συνδέονταν με την αναπαραγωγική της λειτουργία, ήταν περισσότερο δέσμια των βιολογικών της χαρακτηριστικών και θεωρούνταν κατώτερη και υποδεέστερη.
Παρακολουθώντας την ανθρώπινη εξέλιξη, παρακολουθούμε ότι στις πρώτες θηρευτικές και συλλεκτικές κοινωνίες που δημιουργήθηκαν, σύμφωνα πάντα με κάποιους μελετητές, η γυναίκα συλλέκτρια προσδιορίζονταν από την σχέση της με τον άντρα. Οι έμφυλες μορφές δράσης και οι έννοιες «ιδιωτικού» και «δημόσιου» ξεκινούν από εδώ.
Οι κατεξοχήν αντρικές δραστηριότητες όπως το κυνήγι, ήταν δραστηριότητες συλλογικές και συνδέονταν με την αναζήτηση και την καταστροφή, σε αντίθεση με τις γυναικείες οικιακές δραστηριότητες, όπως ήταν η φροντίδα των παιδιών η η καλλιέργεια του ρυζιού για παράδειγμα, που ήταν μοναχικές και συνδέονταν με την ρουτίνα. Όμως, οι γυναίκες δεν αναγνωρίζονταν από τους άντρες με βάση την συμβολή τους και την προσφορά τους στην διατροφή της ομάδας, ούτε με βάση τους δεσμούς με τα παιδιά ως μητέρες, αλλά ως σεξουαλικοί σύντροφοι και σύζυγοι.
Έτσι, στις θρησκευτικές και συλλεκτικές κοινωνίες, οι άντρες ορίζονται ως κυνηγοί και αρχηγοί και οι γυναίκες ως σύζυγοι και ερωμένες που καθορίζονται από τους άντρες.
Στην αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα θεωρούνταν ανήλικη από την γέννησή της έως και τον θάνατό της, ενώ σε όλη της την ζωή βρισκόταν υπό κηδεμονία. Πριν από τον γάμο, βασικός κηδεμόνας της γυναίκας θεωρούνταν ο πατέρας της ή ο μεγαλύτερος αδερφός της, ενώ μετά τον γάμο την κηδεμονία αναλάμβανε ο σύζυγός της. Σε περίπτωση θανάτου του συζύγου της, την κηδεμονία την είχε ο μεγαλύτερος γιος της και αν δεν υπήρχε γιος, τότε αναλάμβανε ένας από τους κοντινότερους άρρενες συγγενείς.
Για τον Αριστοτέλη, ιδανική ηλικία γάμου, θεωρούνταν για τους άντρες το 37ο έτος της ηλικίας τους και για τις γυναίκες το 18ο, ενώ μοναδικός σκοπός του γάμου ήταν η τεκνοποιία.
Η γυναίκα δεν συμμετείχε σε καμία περίπτωση στην κοινωνική ζωή και διασκέδαση του άντρα της (οι άντρες συνήθως διασκέδαζαν στα συμπόσια με τις εταίρες) ενώ ούτε καν λόγος γίνεται για την συμμετοχή της στα πολιτικά θέματα. Κλεισμένη διαρκώς στον γυναικωνίτη, χωρίς καμία συμμετοχή την κοινωνική ζωή της πόλης και με μοναδικά καθήκοντα, την γέννηση _ ανατροφή των παιδιών και την εκτέλεση των οικιακών εργασιών, η γυναίκα στην αρχαία ελλάδα αντιμετωπίζονταν ως πολίτη δεύτερης κατηγορίας.
Απομονωμένη στον γυναικωνίτη του παλατιού της ή μέσα στο σπίτι της, νομικά απροστάτευτη και κοινωνικά υποδεέστερη, θεωρούνταν και η γυναίκα στο Βυζάντιο. Η γέννηση ενός κοριτσιού σε μια οικογένεια δεν έφερνε ιδιαίτερη χαρά, καθώς αυτό σήμαινε πως το όνομα της οικογένειας δεν θα διαιωνίζονταν. Κύριο μέλημα των γονέων ήταν να διαπαιδαγωγήσουν μια κοπέλα σωστά, έτσι ώστε να γίνει άξια σύζυγος ενός φρόνιμου άντρα.
Όπως στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν εταίρες, έτσι και στο Βυζάντιο υπήρχαν οι Παλλακείες. Οι σύζυγοι, πολλές φορές με την πρόφαση ότι θέλουν να αποκτήσουν παιδιά, στην περίπτωση που αυτό δεν είχε επιτευχθεί με την νόμιμη σύζυγο, έφερναν στο σπίτι τους τις Παλλακείες, στις οποίες ο νόμος εξασφάλιζε κληρονομικά δικαιώματα επί των παιδιών τα οποία θα γεννιόντουσαν.
Στην επανάσταση του 1821-1828, οι ελληνίδες γυναίκες συμμετείχαν στον αγώνα δίπλα στο πλευρό των πολεμιστών (π.χ. Μπουμπουλίνας) κουβαλώντας τρόφιμα και πολεμοφόδια ή μισθώνοντας καράβια, τα οποία τα έθεταν στην υπηρεσία του αγωνιζόμενου λαού.
Με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, η γυναίκα και πάλι δεν απέκτησε ισότιμη θέση με το άντρα, ενώ η συμμετοχή της στον απελευθερωτικό αγώνα, δεν εκτιμήθηκε δεόντως. Έτσι, η γυναίκα παρέμεινε στην υπηρεσία του νοικοκυριού και της φροντίδας των παιδιών και του συζύγου.
Στον 19ο αιώνα, τα πράγματα για τις γυναίκες παραμένουν ίδια, καθώς ο λειτουργικός κατά φύλα καταμερισμός παρουσίας και δράσης απέδιδε τον «δημόσιο» χώρο της πολιτικής και της οικονομίας, προνομιακά στους άντρες και τον «ιδιωτικό» ή «οικιακό» στις γυναίκες. Την περίοδο εκείνη, ωστόσο, άρχισαν να εμφανίζονται δειλά-δειλά κάποια επαγγέλματα, όπως της δασκάλας, της μεταφράστριας, της ποιήτριας και της συγγραφέως, ιδίως μετά το 1887.
Ο 19ος αιώνας όμως, χαρακτηρίζεται και από την εμφάνιση ενός προοδευτικού και ιδιαίτερα μεταρρυθμιστικού οργανωμένου κινήματος, του φεμινισμού. Το φεμινιστικό κίνημα, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά, οι συλλογικές προσπάθειες των γυναικών, ώστε να ξεπεράσουν οι ίδιες τα όρια του «ιδιωτικού» χώρου και να εισέλθουν ισότιμα με τον άντρα στον «δημόσιο». Ο φεμινισμός, ως κοινωνικό κίνημα επικεντρώθηκε και εστίασε κυρίως στον περιορισμό και την εξάλειψη κάθε φυλετικής ανισότητας, στην υπεράσπιση και προώθηση των συμφερόντων, των δικαιωμάτων, καθώς και των ευρύτερων γυναικείων ζητημάτων στην κοινωνία.
Έτσι, από το τέλος του 19ου αιώνα, αρχίζει η γυναίκα σε όλο τον κόσμο να εισβάλει στα «αντρικά» επαγγέλματα και στις επιστήμες, να αποκτά δικαιώματα ψήφου και να διεκδικεί θέση στα δημόσια και κυβερνητικά αξιώματα. Χάρη στο φεμινιστικό κίνημα και την βιομηχανική επανάσταση (όπου η τεχνολογική έκρηξη μετατόπισε την γυναίκα από το σπίτι στο εργοστάσιο), η γυναίκα κατάφερε να αποδράσει από τον πυρήνα της οικογένειας και την σφαίρα του «ιδιωτικού χώρου» και να εισέλθει στον χώρο της παραγωγής, της οικονομικής αυτοτέλειας και της επαγγελματικής καταξίωσης.
Περνώντας λοιπόν η γυναίκα στον «δημόσιο» χώρο, ανέλαβε ρόλους παραδοσιακά αντρικούς, όπως η οικονομική στήριξη της οικογένειας, χωρίς βέβαια να της επιτραπεί να εγκαταλείψει τα παλιά της «καθήκοντα»: όπως εκείνα της φροντίδας του σπιτιού και της οικογένειας, με αποτέλεσμα να μιλάμε στην ουσία για μια μονόπλευρη ισότητα.


Είναι σήμερα δεδομένο ότι ο γυναίκες κατάφεραν έπειτα από αγώνες να αποδεσμευτούν από την βιολογική τους αναφορά και έπαψαν έως έναν βαθμό να θεωρούνται υποδεέστερες των αντρών. Γεννιέται όμως το ερώτημα: οι γυναίκες κατάφεραν τελικά να εξαλείψουν εντελώς το οικουμενικό φαινόμενο της ασυμμετρίας στις σχέσεις των φύλων που κυριαρχούσε τόσους αιώνες; Η απάντηση είναι απλή. Αν και βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα, οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών εξακολουθούν να υφίστανται και να παραβιάζουν τις αρχές των ίσων δικαιωμάτων και τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Αν και η γυναίκα σήμερα έχει αναγνωριστεί ισάξιο μέλος της πολιτείας, τα κατάλοιπα της ανδροκρατούμενης κοινωνίας είναι ακόμη φανερά.
Η ψυχολογική, οικονομική και σωματική βία που μπορεί να φτάσει στον βιασμό, την σεξουαλική κακοποίηση και κάποιες φορές και στον φόνο, αποτελούν μορφές βίας που υπήρχαν και εξακολουθούν, σε κάποιο βαθμό ακόμη – δυστυχώς όχι αμελητέο – να υπάρχουν.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες, που πραγματοποιήθηκαν ανά χώρα για κακοποιημένες γυναίκες, κατέχει την 11η θέση, με ποσοστό 6% των γυναικών να ομολογούν, ότι έχουν υποστεί κακοποίηση σε κάποια φάση της ζωής τους. Στις πρώτες θέσεις βρίσκονται η Ιαπωνία, με ποσοστό 70%, και η Τουρκία με ποσοστό 60%, ενώ στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μία στις πέντε γυναίκες έχει υποστεί κατά τη διάρκεια της ζωής της, κάποια μορφή βίας.
Η βία κατά των γυναικών βρίσκεται παντού και πλέον αποτελεί ένα συνηθισμένο φαινόμενο। Σε κάποιες χώρες ωστόσο, αυτή η βία όχι απλά είναι δεδομένη αλλά δικαιολογείται και συγκαλύπτεται από τον σκοταδισμό ορισμένων θρησκειών, όπως στην περίπτωση της θρησκείας του Ισλάμ, που επικαλείται τον Ισλαμικό νόμο για να καλύψει μορφές βίας κατά των γυναικών.
Στο Πακιστάν, οι γυναίκες αποτελούν τα εύκολα θύματα των αντρών, οι οποίοι δρουν ανενόχλητοι χωρίς να τους αγγίζει ποτέ ο νόμος. Κάθε χρόνο, περίπου σαράντα γυναίκες δέχονται επίθεση με βιτριόλι από τους συζύγους, τους πατέρες ή τους εραστές τους για εντελώς ασήμαντους λόγους (π.χ. όταν μια κοπέλα απορρίπτει έναν άντρα). Κάποιες κοπέλες καταφέρνουν να επιβιώσουν και κάποιες όχι, ενώ στην καλύτερη περίπτωση χρειάζονται πολλές και ακριβές πλαστικές αποκατάστασης του προσώπου, που τις περισσότερες φορές δεν επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Έτσι, οι κοπέλες παραμένουν συνήθως φρικτά παραμορφωμένες και βρίσκονται στο περιθώριο σκορπίζοντας τον οίκτο αλλά και τον τρόμο σε όποιον τις αντικρίζει.
Και σε άλλες όμως χώρες, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Έρευνα στη Νότιο Αφρική, έδειξε ότι ένας στους τέσσερις πολίτες στη χώρα έχει διαπράξει βιασμό! Η έρευνα έδειξε ότι ο βιασμός θεωρείται κάτι το φυσιολογικό σε μια κοινωνία που έχει περάσει χρόνια καταπίεσης. Σύμφωνα με στοιχεία της αστυνομίας, το 2007, βιάστηκαν 36.000 γυναίκες, δηλαδή περίπου 100 την ημέρα. Δυστυχώς, τις περισσότερες φορές τα ψυχολογικά τραύματα και το κοινωνικό στίγμα που επισύρει ο βιασμός, αποθαρρύνουν τις γυναίκες να καταγγείλουν τον βιασμό στις αστυνομικές αρχές.
Η Αφρική είναι ένα «σκοτεινό» σημείο του πλανήτη αναφορικά με τα δικαιώματα της γυναίκας, από πολλές απόψεις. Η φρικιαστική παράδοση του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων σε μικρά κορίτσια ή έφηβες δυστυχώς συνεχίζεται, σε χώρες όπως η Νιγηρία και η Ουγκάντα. Ο σαφής υποβιβασμός της γυναίκας τονίζεται από την αφαίρεση του δικαιώματός της να χαίρεται τον έρωτα, μέσα από την απάνθρωπη αυτή τακτική που συνήθως γίνεται ομαδικά και λαμβάνει την μορφή γιορτής-τελετής μύησης στην ενήλικη ζωή. Ο χώρος μπορεί να είναι είτε κάποιο σπίτι, είτε κάποιο ιατρείο, είτε – εφόσον ο ακρωτηριασμός συνδέεται με συγκεκριμένο τελετουργικό – ένα δέντρο ή ένα ποτάμι. Την όλη διαδικασία αναλαμβάνει κατά κύριο λόγο μια μεγάλης ηλικίας γυναίκα, μαία ή παραδοσιακή θεραπεύτρια ή, στην καλύτερη περίπτωση, ένας γιατρός. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν χορηγείται αναισθητικό, ενώ τα μέσα που χρησιμοποιούνται είναι κυρίως σπασμένα γυαλιά, ψαλίδια, τενεκεδάκια και κάθε λογής κοφτερά αντικείμενα. Για το ράψιμο των ακρωτηριασμένων περιοχών επιστρατεύονται αγκάθια και βελόνες και για την επούλωση των τραυμάτων χρησιμοποιούνται ορισμένα αντισηπτικά που δεν είναι τίποτε άλλο παρά παραδοσιακές αλοιφές από βότανα, γάλα, αυγά, στάχτη και κοπριά.
Και ενώ στη Νότιο Αφρική οι άντρες βιάζουν και μένουν ατιμώρητοι ενώ οι γιατροί ακρωτηριάζουν γυναικεία γεννητικά όργανα, στο Ιράν οι γυναίκες μόλις διαπράξουν μια απλή μοιχεία καταδικάζονται σε θάνατο δια λιθοβολισμού. Στις γυναίκες αυτής της χώρας, επιβάλλονται δυσανάλογες ποινές καθώς ο νόμος και τα δικαστήρια δεν τις αντιμετωπίζουν ισόνομα σε σχέση με τους άντρες. Καθίστανται έτσι ευάλωτες σε άδικες δίκες γιατί υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να είναι αγράμματες σε σχέση με τους άντρες και είναι πολύ εύκολο να υποπέσουν σε διάφορες παγίδες και να υπογράψουν ομολογίες για εγκλήματα που ποτέ δεν διέπραξαν. Ο ποινικός κώδικας που επιβάλλει την εκτέλεση δια του λιθοβολισμού, θεωρείται ιδιαίτερα αυστηρός καθώς υπαγορεύει ακόμη και το μέγεθος της πέτρας που θα χρησιμοποιηθεί και η οποία θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη για να προκαλέσει πόνο αλλά όχι τόσο ώστε να σκοτώσει το θύμα αμέσως!
Η εξέλιξη της κατά φύλο ανισότητας διαπλέκεται με την εξέλιξη κάθε κοινωνίας και ενυπάρχει σε αυτή. Η υποτέλεια των γυναικών ήταν αποτέλεσμα του ελέγχου που ασκούσαν οι άντρες από τα πρώτα χρόνια της εξέλιξης. Μέσα από τους αιώνες, η γυναίκα κατόρθωσε να αποδεσμευτεί από την βιολογική της υπόσταση και να συγκροτηθεί σε συγκεκριμένα κοινωνικά συμφραζόμενα. Κατάφερε να αποκτήσει αυτογνωσία και να απαγκιστρωθεί από τον «ιδιωτικό» χώρο και τις οικιακές της εργασίες. Από τα παραπάνω όμως έγινε σαφές ότι αυτό δεν το κατόρθωσε σε κάθε μήκος και πλάτος του πλανήτη μας.
Δυστυχώς λοιπόν, στον 21ο αιώνα η γυναίκα δεν αποδεσμεύτηκε πλήρως από την αντρική κυριαρχία. Τα ανδροκρατούμενα κατάλοιπα που πολλές φορές είναι βαθιά ριζωμένα, συνεχίζουν να την καθορίζουν, να την προσδιορίζουν και την χειραγωγούν. Το φαινόμενο της ασυμμετρίας στις σχέσεις των δύο φύλων συνεχίζει να υφίσταται και να έχει οικουμενικές διαστάσεις.

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Η νεοκλασική αρχιτεκτονική του Βόλου


Με την ένταξη της πόλης του Βόλου στο ελληνικό κράτος το 1881, ξεκινάει μια περίοδος ανάπτυξης για την πόλη. Ο Βόλος, ως το βορειότερο λιμάνι της ελληνικής επικράτειας, προσελκύει πλήθος κατοίκων, οι οποίοι θα δώσουν μία νέα πνοή στο χώρο.
Εκείνη την περίοδο ξεκινούν μεγάλα έργα υποδομής, όπως ο σιδηρόδρομος και οι λιμενικές εγκαταστάσεις, που ανατέθηκαν σε ξένες εταιρίες, δίνοντας αφορμή για την εγκατάσταση στην πόλη έμπειρων ξένων τεχνικών, όπως ο Εβάριστο Ντε Κίρικο και άλλοι, οι οποίοι θα μεταφέρουν τη σύγχρονη ευρωπαϊκή τεχνογνωσία στην περιοχή.
Με την ίδρυση της νέας πόλης και με την οικονομική και κοινωνική αίγλη του μεσοπολέμου, ο Βόλος θα μετατραπεί σε πεδίο εφαρμογής της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής και των στυλιστικών ρευμάτων του ιστορισμού και του εκλεκτισμού, που θα δημιουργήσουν μια πόλη πρότυπο της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής.
Η διαδικασία ανοικοδόμησης και εμπλουτισμού της πόλης με δημόσια κτίρια και πολυτελείς ιδιωτικές κατοικίες, θα αποτελέσει την πρωταρχική ανάγκη για την ανάπτυξή της.
Στην πρώτη περίοδο τα σπίτια είναι λιθόκτιστα με κεραμοσκεπή και αυλές διαμορφωμένες συμμετρικά στον άξονα αυλόπορτας – κύριας εισόδου. Οι αυλές είναι συνήθως πλακόστρωτες με άφθονα παρτέρια, πέργκολες, κρήνες και σιντριβάνια.
Οι όψεις των σπιτιών ακολουθούν τις βασικές αρχές του νεοκλασικισμού. Οργανώνονται δηλαδή και αυτές συμμετρικά στον κατακόρυφο άξονα της κύριας εισόδου και είναι περίτεχνα διακοσμημένες με μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως λιθοανάγλυφα φουρούσκια, μπαλκόνια, παραστάδες με επίκρανα και εντυπωσιακά περιθυρώματα εισόδων, ενώ δε λείπει και ο πλούσιος κεραμοπλαστικός διάκοσμος με αγάλματα, ακροκέραμα και καμινάδες.
Αρκετά πλούσιος είναι και ο εσωτερικός διάκοσμος των σπιτιών, που οργανώνεται και αυτός συμμετρικά στον άξονα εισόδου – κλιμακοστασίου, με τον προθάλαμο στο κέντρο και τα δωμάτια εκατέρωθεν αυτού. Γύψινος και γλυπτός διάκοσμος στολίζει τους τοίχους και τις οροφές με θέματα εμπνευσμένα από την αρχαία ελληνική ιστορία και μυθολογία, τα οποία συμπληρώνονται με φυτικά μοτίβα, που αποτυπώνονται σε ποικίλες συνθέσεις και χρωματισμούς.
Αντιπροσωπευτικά δείγματα της περιόδου αυτών των ρευμάτων αποτελούν οι οικίες Μαρδέλη, Χρυσοχοίδη, Σαράτση, Καρτάλη, καθώς και τα μέγαρα Περβανά, Σκενδεράνη, Χατζηκυριαζή, Χατζηλαζάρου, Σαραφόπουλου (σημερινή εξωραϊστική) και η οικία Ρήγα (κτίριο ιδιοκτησίας Λυκείου Ελληνίδων), η οποία διασώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση. Τα περισσότερα, ωστόσο, κτίσματα έχουν σήμερα κατεδαφιστεί. Στο δημόσιο τομέα, κατασκευάζονται οικοδομήματα αντίστοιχου ύφους και κύρους, όπως το δημοτικό θέατρο (1894) που κατασκευάζεται σε αναγεννησιακή μορφή και το τριώροφο κτίριο του ξενοδοχείου Γαλλίας με τον πλούσιο ζωγραφικό διάκοσμο, κτίσμα της ίδιας επίσης χρονικής περιόδου.
Ακολουθεί στη συνέχεια η ανέγερση άλλων δημόσιων κτιρίων, όπως το δημόσιο νοσοκομείο (1901), που κτίζεται με τη δωρεά των αδερφών Αχιλλοπούλου, το αρχαιολογικό μουσείο (1909) με δωρεά του Αλέξανδρου Αθανασάκη από την Πορταριά, η Εμπορική Σχολή (1915), με δωρεά του Ιωάννη Καρτάλη από την Τσαγκαράδα, οι τράπεζες Εθνική (1895) και Αθηνών (1903), έργα του αρχιτέκτονα Καραθανασόπουλου και τέλος η αγροτική τράπεζα (πρώην Κοσμαδοπούλου), έργο του αρχιτέκτονα Ε. Αργύρη.
Η νεοκλασική αρχιτεκτονική αυτών των κτιρίων, χρησιμοποίησε ως βάση άξονες συμμετρίας και τη χρυσή τομή, όχι μόνο στις σχέσεις ύψους και πλάτους των κτισμάτων, αλλά και των ανοιγμάτων (παράθυρα και πόρτες) και ακολούθησε τις βασικές αρχές του ορθολογισμού, στη σύνθεση, στη λειτουργία και στη μορφολογική διάθρωση των κατασκευών.
Οι μεγαλοαστικές κατοικίες και τα δημόσια κτίρια αποτέλεσαν υποδείγματα μιας ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής μορφής και ρυθμού που χαρακτηρίζονταν από αυστηρή εσωτερική νομοτέλεια. Οι αρχές οργάνωσης των όψεων (εξωτερικών και εσωτερικών), σε συνδυασμό με τα ρυθμολογικά στοιχεία του νεοκλασικισμού, προσέδωσαν στα κτίσματα αυτής της περιόδου μια γοητεία και μια «ευγένεια» στις αναλογίες της κατασκευής, της μορφής και της αρχιτεκτονικής δομής.
Τα κτίρια αυτά ξεχώριζαν για το εκλεπτυσμένο ύφος, την καθαρότητα στη λεπτομέρεια, την αυστηρότητα στη σύνθεση, τη στιβαρή οργάνωση των όγκων και τη χρήση πολλών διακοσμητικών στοιχείων.
Ο ιδεαλιστικός και ρομαντικός χαρακτήρας της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής που άνθησε στην πόλη του Βόλου, αποτελεί σήμερα μια όμορφη ανάμνηση για τους παλαιότερους κατοίκους, οι οποίοι μιλούν με νοσταλγία για την παλιά Κηπούπολη (όπως χαρακτήριζαν την πόλη), του Βόλου.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, η πόλη εκβιομηχανίζεται και τη νεοκλασική αρχιτεκτονική διαδέχεται η βιομηχανική. Τα βιομηχανικά κτίρια, θα αποτελέσουν ένα επίσης σημαντικό κεφάλαιο στην αρχιτεκτονική της πόλης. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, το στυλιστικό ρεύμα του εκλεκτισμού συνεχίζει να επιβιώνει, κυρίως μέσα από τα έργα του αρχιτέκτονα Κ. Αργύρη και η αρχιτεκτονική της προηγούμενης περιόδου, αρχίζει σταδιακά να εγκαταλείπεται. Μετά το σεισμό του 1950, η πόλη καταστρέφεται ολοσχερώς και κτίζεται από την αρχή, σύμφωνα με το αρχικό πολεοδομικό σχέδιο.
Η νέα αρχιτεκτονική οργάνωση της πόλης ξεκινάει από τότε και συνεχίζεται ως τις μέρες μας, με κύρια χαρακτηριστικά την άναρχη μαζική αστικοποίηση και τη γρήγορη ανέγερση πολυκατοικιών και απλών κατασκευών (χωρίς να υπάρχει κανένας σεβασμός στην οργάνωση του χώρου), που δε θυμίζουν σε τίποτα την αίγλη και τον πλούτο του παρελθόντος.

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Αθηνά Μπασιούκα: Η Βολιώτισσα συγγραφέας με τα αστυνομικά μυθιστορήματα

Η Αθηνά Μπασιούκα γεννήθηκε το 1982 και ζει στον Βόλο. Το 1999 συμμετείχε ως Έφηβη Βουλευτής στην Δ’ σύνοδο της Βουλής των Εφήβων, ενώ η έκθεση που είχε στείλει, επιλέχθηκε ανάμεσα σε 20.000 εκθέσεις και ξεχώρισε για τις καινοτόμες ιδέες και τις ανατρεπτικές της απόψεις.
Η Αθηνά σήμερα εργάζεται ως αρχισυντάκτρια συλλεκτικών εκδόσεων στον Βόλο και γράφει άρθρα σε γυναικεία κυρίως περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιείται εθελοντικά μέσω του Σωματείου "Φίλοι του Αχιλλοπούλειου Νοσοκομείου Βόλου" και είναι συνεργάτης γνωστού κοινωφελούς Ιδρύματος της Μαγνησίας. Είναι απόφοιτη του τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και έχει παρακολουθήσει αρκετά σεμινάρια και συνέδρια σχετικά με τον κλάδο της. Αγαπημένες της ασχολίες αποτελούν η φωτογραφία, η αστυνομική λογοτεχνία και τα ταξίδια με φίλες.
Το 2006 κυκλοφόρησε το πρώτο αστυνομικό της μυθιστόρημα με τίτλο «Ο φόνος είναι μια εύκολη υπόθεση» από τις εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί και πρόσφατα κυκλοφόρησε και το δεύτερο αστυνομικό, επίσης, βιβλίο, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο με τίτλο «Άγ(ρ)ιο έγκλημα στην Αθωνική Πολιτεία».

Η Αθηνά Μπασιούκα αγαπά ιδιαίτερα το διάβασμα και την συγγραφή, είναι ένας άνθρωπος γεμάτος ενθουσιασμό, αισιοδοξία και μεράκι για το κάθε πράγμα που κάνει. Διακρίνεται για τον πλούσιο συναισθηματικό κόσμο της και για την καλλιεργημένη φύση της. Είναι ένα άτομο με ανοιχτό πνευματικό ορίζοντα και αγωνιστική διάθεση, που είναι γεμάτο με μεγαλόπνοα σχέδια ιδέες, στόχους και ιδανικά. Παλεύει και προσπαθεί συνεχώς για το καλύτερο στη ζωή της και προσφέρει πάντα εγκάρδια τις υπηρεσίες της στο κοινωνικό σύνολο.
Είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται πάντα σε εγρήγορση, έχει ανήσυχο πνεύμα, κάνει πράξη το ακατόρθωτο και πραγματώνει πάντα τα όνειρα και τις ελπίδες του.

Για την Αθηνά Μπασιούκα, ή έννοια της «κοινωνίας» είναι πανταχού παρούσα σε οτιδήποτε. Σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής εξετάζει πάντα τις κοινωνικές προεκτάσεις που αυτές έχουν. Έτσι και στο νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα, ξετυλίγεται μια ενδιαφέρουσα αστυνομική ιστορία, που απωτυπώνει εν μέρει την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα της Αθωνικής Πολιτείας μέσα από μια ιδιαίτερη μυθιστορηματική δράση και πλοκή.
Στον ναό της Ιεράς Μονής του Αγίου Όρους, βρίσκεται φυλαγμένος από τον 13ο αιώνα ένας μοναδικός θησαυρός της χριστιανοσύνης. Πρόκειται για τα Δώρα που είχαν προσφέρει οι Τρεις Μάγοι στον νεογέννητο Ιησού: το χρυσάφι, το λιβάνι και την σμύρνα, που δυστυχώς κάποια μέρα εκλάπηκαν.
Για την εξιχνίαση του εγκλήματος αυτού, τέσσερις άνθρωποι, οι καλύτεροι του είδους τους, επιστρατεύονται για να λύσουν το μυστήριο της κλοπής. Πρόκειται για έναν ικανό αξιωματικό της Αστυνομίας, έναν υπεύθυνο ασφαλείας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, μια καθηγήτρια με γνώσεις των Βυζαντινών Θησαυρών του Αγίου Όρους που συνεργάζεται σε υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας με την αστυνομία και έναν νεαρό, αυθεντία στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και γνώστη ψυχολογίας. Η ετερόκλητη αυτή ομάδα δρα με πλήρη μυστικότητα και προσοχή προκειμένου να διαλευκάνει το μυστήριο. Το βασικό τους σχέδιο είναι να υποδυθεί ένας από αυτούς τον μοναχό και να γνωρίσει από κοντά τον κόσμο του μοναχισμού και της Αθωνικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας που στην πραγματικότητα δεν είναι αυτό που φαίνεται, καθώς μηχανορραφίες, ίντριγκες, μυστήρια αλλά και καλά κρυμμένα μυστικά παραμονεύουν σε κάθε γωνιά του σκοτεινού μοναστηριού. Ο ήρωας του βιβλίου, γίνεται μάρτυρας ενός αποτρόπαιου εγκλήματος και ανακαλύπτει ένα ιερό μυστικό που διχάζει το μοναστήρι, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια του την ζωή.

Η συγγραφέας κινείται με ιδιαίτερη ευλυγισία σε ένα θεματικό πεδίο, γεμάτο παγίδες, σε έναν προβληματισμό γύρω από το πνευματικό-θρησκευτικό στοιχείο και την ανθρώπινη φύση. Προσφέρει στους αναγνώστες ένα δίπολο ερεθισμάτων. Από τη μία παρουσιάζει τον Αθωνικό ευσεβισμό και μοναχισμό που διέπεται από την μυστική εμπειρία και το αθέατο αλλά απαραίτητο μοναχικό ιδεώδες, ως επιλογή ζωής και από την άλλη, τον μοναχισμό ως απάρνηση της ανθρώπινης φύσης.
Η ίδια θέτει διάφορα ερωτήματα σχετικά με τον μοναχισμό. Είναι ο μοναχισμός άραγε στην Αθωνική Πολιτεία ένας κόσμος που ζει σε κλίμα απόλυτης γαλήνης και ηρεμίας σε έναν απομακρυσμένο τόπο αφοσίωσης στον Θεό ή είναι ένας αντιφατικός κόσμος, ένα ιδεόγραμμα με συμβολική λειτουργία, ένα κράμα από θρησκευτικό φανατισμό και δεισιδαιμονίες που κρύβει μέσα του το ψέμα, την ασυδοσία και το έγκλημα; Το μετέωρο ερώτημα που αφήνει τελικά, είναι αν υπάρχει μια ασύμφιλη αντίθεση ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους ή αν πρόκειται στην ουσία για τον ίδιο κόσμο.
Το «Άγ(ρ)ιο Έγκλημα στην Αθωνική Πολιτεία» είναι ένα βιβλίο ευχάριστο, φιλόξενο και ευπρόσιτο στον αναγνώστη που τον κερδίζει αμέσως. Αποτελεί ένα αξιοανάγνωστο μυθιστόρημα που κινείται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Με αφορμή ένα γεγονός, την κλοπή του μοναδικού αυτού θησαυρού του Αγίου Όρους (συγγραφικό τέχνασμα του αστυνομικού μυθιστορήματος) αποκαλύπτονται γεγονότα και αλήθειες που ήταν καλά κρυμμένες όλα αυτά τα χρόνια.
Η υπόθεση ξετυλίγεται σε γρήγορους μυθιστορηματικούς ρυθμούς και ακολουθεί μια κινηματογραφική αφήγηση. Είναι ένα βιβλίο μυστηρίου και δράσης με ιστορικές αλήθειες που αποτυπώνουν με τον δικό τους τρόπο την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα του μοναχισμού. Για την συγγραφή του, η Αθηνά Μπασιούκα συνεργάστηκε με ειδικούς που την βοήθησαν να συλλέξει το απαραίτητο υλικό και πληροφορίες, ώστε να έχει μια πιο αντικειμενική γνώση και αντίληψη των πραγμάτων.
Η παντοδυναμία της πλοκής, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων, οι υποβλητικές σκηνές, το φόντο της δράσης, οι γρίφοι, τα μυστήρια, το πλήθος των ερεθισμάτων, το ελεύθερο πεδίο που προσφέρεται για παρατήρηση και στοχασμούς, αλλά και ο καυτηριασμός διαφόρων θεμάτων, σε συνδυασμό με την μοντέρνα καθαρή γραφή και τον πυκνό λόγο της συγγραφέως, κάνουν αυτό το βιβλίο ξεχωριστό.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Ελένη Σκούρα: Η προτομή της πρώτης γυναίκας πολιτικού στο χώρο του δημαρχείου


«Θα προσπαθήσω να πράξω παν το δυνατό δια να φανώ αντάξια της εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων μου, τους οποίους θερμώς ευχαριστώ. Γνωρίζω ότι ως πρώτη και μοναδική γυναίκα εις την Βουλήν έχω μεγάλας ευθύνας και πολλά καθήκοντα. Είναι πολλά εκείνα που πρέπει να πράξωμεν υπέρ των Ελληνίδων, ιδίως εις τον τομέα της κοινωνικής μερίμνης». Αυτά ήταν τα λόγια που είπε στη δήλωσή της η Ελένη Σκούρα το 1953, όταν εξελέγη βουλευτής με το κόμμα του «Ελληνικού Συναγερμού» στο νομό Θεσσαλονίκης.
Η Ελένη Σκούρα πέρασε στην ιστορία ως η πρώτη γυναίκα βουλευτής. Γεννήθηκε στο Βόλο το 1896, όπου και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές τις σπουδές. Το 1915 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε φωνητική μουσική. Το 1950 έλαβε το πτυχίο της στη Νομική και εξάσκησε τη δικηγορία μαζί με το σύζυγό της, Δημήτριο Σκούρα. Το 1953 εξελέγη βουλευτής με το κόμμα του «Ελληνικού Συναγερμού» στη Θεσσαλονίκη. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και τη γερμανική κατοχή, η ίδια είχε αναλάβει αξιόλογη κοινωφελή δράση ως πρόεδρος της «Στέγης της Φαλαγγίτισσας» και της «Φανέλας του Στρατιώτη». Το 1942 συνελήφθηκε από τους Γερμανούς μαζί με το σύζυγό της και τον αδερφό της και φυλακίστηκε. Η Ελένη Σκούρα τιμήθηκε από το βασιλιά Παύλο με το στρατιωτικό μετάλλιο εξαίρετων πράξεων και με τον ταξιάρχη του Βασιλικού τάγματος ευποιίας.
Μετά το θάνατο του συζύγου της, η ίδια δεν έλαβε τη τιμητική σύνταξη που η πολιτεία της είχε υποσχεθεί, το 1989 και έτσι αναγκάστηκε να πουλήσει όλα τα παράσημά της για να μπορέσει να εισαχθεί στο Χαρίσειο νοσοκομείο. Τελικά πέθανε σε ηλικία ενενήντα ενός χρονών στο νοσοκομείο Αχέπα, όπου είχε μεταφερθεί βαριά άρρωστη.
Η Ελένη Σκούρα ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να περάσει το κατώφλι του ελληνικού κοινοβουλίου. Η ίδια στην πολιτική της καριέρα υιοθέτησε μια ολοκληρωμένη πολιτική προσέγγιση που στηρίζονταν στο σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και μια συντονισμένη πολιτική δράση στους τομείς της ασφάλειας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της συνεργασίας, της ανάπτυξης και ειδικότερα των κοινωνικών θεμάτων, αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα της κοινωνικής μέριμνας. Πάλεψε για την έννοια της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και της καταπολέμησης οποιονδήποτε διακρίσεων, αφήνοντας το δικό της προσωπικό αποτύπωμα και στίγμα στον τότε χώρο της πολιτικής.
Σήμερα στον εξωτερικό χώρο του δημαρχείου του Βόλου υπάρχει η προτομή της γνωστής πολιτικού, τα αποκαλυπτήρια της οποίας έγιναν στις 3 Ιουνίου του 2007. Ο δημόσιος χαρακτήρας του γλυπτού ισχυροποιείται από την επιλογή τοποθέτησής του σ’ ένα σημαντικό σημείο της πόλης.
Ο γλύπτης σεβόμενος απόλυτα τις ανάγκες της αυθεντικής διαπραγμάτευσης του θέματος, πετυχαίνει με ιδιαίτερη τεχνική αρτιότητα και πλάσιμο, να αποδώσει τη μορφή με ρεαλιστική απεικόνιση και χρήση αναγνωρισμένων συμβόλων, όπως είναι τα στοιχεία της ενδυμασίας.
Το αγέρωχο και διεισδυτικό βλέμμα που αφοπλίζει το θεατή σε συνδυασμό με το δυναμισμό και την αποφασιστικότητα της κίνησης του προσώπου, με τα έντονα χαρακτηριστικά, παραπέμπουν σε μία στιβαρή γυναικεία παρουσία, που λειτουργεί συμβολικά ως αποδέκτης κοινωνικών αξιών.
Το μνημείο, ως συμβολική αναπαράσταση της συλλογικής μνήμης, διασταλάζει αντιλήψεις και μεταδίδει αξίες και ιδανικά, που συνδέονται με τη διαμόρφωση της εθνικής μας ταυτότητας και της τοπικής μας ιστορίας και μνήμης, έννοιες που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με πολιτικές και κοινωνικές πραγματικότητες και αποτελούν ιστορικές κατασκευές.
Η προτομή της Ελένης Σκούρα στο χώρο του δημαρχείου του Βόλου, αποτελεί ένδειξη αναγνώρισης, αλλά και τιμής της πόλης ως προς το πρόσωπο αυτής της σπουδαίας προσωπικότητας. Το μνημείο έχει στόχο να εξυμνήσει, να εξυψώσει και να διαιωνίσει το έργο και την προσφορά της, καλλιεργώντας το αίσθημα της εθνικής μας ταυτότητας και συγκροτώντας και συμπυκνώνοντας την έννοια της συλλογικής μνήμης.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Θανάσης Φάμπας: Ο ζωγράφος και γλύπτης από τον Λαύκο Πηλίου


Ο Θανάσης Φάμπας είναι ένας από τους πιο αξιόλογους ζωγράφους, που διακρίθηκε για τη προσφορά του στην Ελλάδα και το εξωτερικό και κατάφερε να ξεχωρίσει με τα έργα του και να παρουσιάσει μέσα από τη δουλειά του εκφραστικές προεκτάσεις της τέχνης, κινούμενος μέσα στο κλίμα των εξπρεσιονιστικών τόνων και των συμβολικών τύπων.
Ο Θανάσης Φάμπας γεννήθηκε το 1922 στον Λαύκο Πηλίου. Το 1946-47 σπούδασε στη σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και το 1950 συνέχισε τις σπουδές του στο Ινστιτούτο Καλών Τεχνών Ν. Γρηγορέσκου Βουκουρεστίου, όπου ολοκλήρωσε και το μεταπτυχιακό του στη μνημειακή ζωγραφική. Το 1952 είχε ήδη λάβει μέρος στην πανρουμανική έκθεση Καλών Τεχνών, που είχε πραγματοποιηθεί στο Βουκουρέστι. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο καλλιτέχνης συμμετείχε σε περισσότερες από 60 κρατικές εκθέσεις στη Ρουμανία, καθώς και σε διάφορες άλλες εκθέσεις, διεθνείς και ομαδικές, σε πολλές χώρες της Ευρώπης, της Βόρειας και Νότιας Αμερικής και της Αφρικής. Αντιπροσώπευσε επίσης την Ελλάδα σε διεθνείς εκθέσεις της τέχνης στο Βουκουρέστι της τέχνης στο Βουκουρέστι, στη Μόσχα, το Βερολίνο και τη Βαρσοβία.
Ο Θανάσης Φάμπας ασχολήθηκε τόσο με τη ζωγραφική και την εικονογράφηση βιβλίων, όσο και με τη γλυπτική. Ο ίδιος είχε αναλάβει την εικονογράφηση 30 βιβλίων που είχαν δημοσιευτεί στην Ελλάδα και τη Ρουμανία. Εικονογράφησε επίσης το βιβλίο του Γιάννη Ρίτσου, της Ιωάννας Τσάτσου, του Δημήτρη Ραβανή, του Μενέλαου Λουντέμη και του Ηλία Λεφούση, ενώ ασχολήθηκε και με την φιλοτέχνηση εξώφυλλων δίσκων κλασικής μουσικής.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια σχεδίασε και σκάλισε πέντε μνημεία αντιστασιακού χαρακτήρα, έχοντας βιώσει και ο ίδιος την σκληρότητα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, τιμώντας έτσι τους ήρωες και τα θύματα του πολέμου. Στην κοινότητα του Λαύκου πρόσφερε οκτώ αγάλματα και εξήντα πίνακες και στην πόλη του Βουκουρεστίου ένα άγαλμα με απεικόνιση του Ρήγα Φερραίου.
Δεκαπέντε χάλκινα και μαρμάρινα αγάλματα και πάνω από χίλια έργα ζωγραφικής βρίσκονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στη Βραζιλία.
Για τη δουλειά και τα έργα του υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία με μελέτες Ρουμάνων και Ελλήνων. Πάνω από είκοσι λεξικά αναφέρουν το όνομά του, ενώ πολλά άρθρα και μελέτες έχουν γραφτεί σε περιοδικά και εφημερίδες τέχνης. Ο ρουμανικός κινηματογράφος έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε δύο ταινίες μικρού μήκους, ενώ έχουν γίνει και πολλές παρουσιάσεις των έργων του στη ρουμανική τηλεόραση. Το 2004, η Ελληνική Ένωση δημοσίευσε το βιβλίο «Θανάσης Φάμπας, ένα αμετάβλητο πεπρωμένο», που γράφτηκε από τη Θεοδώρα Ρούσου – Φάμπα.
Το 2005, ο δήμος Σηπιάδος τίμησε αυτόν τον σπουδαίο δημιουργό για την εξαιρετική του συμβολή, ιδρύοντας ένα μουσείο προς τιμήν του, το Φάμπειο μουσείο, στο παλιό δημοτικό σχολείο του Λαύκου, με σκοπό να φιλοξενήσει τα έργα που δώρισε στον τόπο του ο καλλιτέχνης.
Στα έργα του κυριαρχεί κατ’ αποκλειστικότητα η γυναικεία φιγούρα, αποδοσμένη με αρχαία λυρικότητα και βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Στην απόδοση των μορφών, διαπιστώνεται εύκολα από τη μια πλευρά η επαφή του καλλιτέχνη με την αρχαία ελληνική παράδοση και τέχνη και από την άλλη, η καθαρά προσωπική του προσφορά.
Ο καλλιτέχνης διηγείται με το δικό του, ιδιότυπο, ζωγραφικό του τρόπο μικρές ιστορίες, προσδίδοντας σ’ αυτές διάφορες αδυναμίες, ευαισθησίες και προσωπικά οράματα.
Τα έργα ξεχωρίζουν για τη λυρική διάθεση που εκπέμπουν, την εκλεπτυσμένη χρωματική διαπραγμάτευση και τον ιδιότυπο και εύκολα αναγνωρίσιμο εξπρεσιονισμό. Στρέφεται προς το φως, το χρώμα, τη ζωή και την καθημερινότητα
Με ουσιαστική καλλιτεχνική παιδεία, ο καλλιτέχνης σμιλεύει την πέτρα και κάνει μορφή τις σκέψεις και τις ιδέες του και φωνή και λόγο το υλικό του.
Ο γόνιμος συγκερασμός πλαστικών και ζωγραφικών αξιών που αποτυπώνονται στα έργα του, σε συνδυασμό με την έμφαση που δίνεται στα εξπρεσιονιστικά χαρακτηριστικά και την επιβολή γενικευμένων τύπων, κάνει τα έργα του μοναδικά και ξεχωριστά.
Ο καλλιτέχνης ενσωματώνει στις δημιουργίες του με καθαρά προσωπικό τρόπο, ιδεαλιστικά και ρεαλιστικά στοιχεία, τύπους της αρχαίας ελληνικής τέχνης, αλλά και στοιχεία της μοντέρνας.
Τα έργα του χαρακτηρίζονται από μία διηγηματική διάθεση και η θεματογραφία έχει να κάνει, όπως προαναφέραμε, κυρίως με τη γυναίκα, συνδυάζοντας πλαστά και σχεδιαστικά στοιχεία, παραδοσιακά και νέα χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο μιας ιδιότυπης, προσωπικής γλώσσας.
Έχοντας βιώσει τον πόλεμο, καθώς ο ίδιος ήταν μέλος της Εθνικής Αντίστασης, προσανατολίζει ένα μέρος της τέχνης του προς σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Σε πολλά γλυπτά, όπως το γλυπτό που είναι αφιερωμένο στη συμβολή της γυναίκας στην Εθνική Αντίσταση, διατυπώνονται έντονα και καθαρά τα παραστατικά στοιχεία και οι συμβολικές προεκτάσεις του έργου, δίνοντας έτσι μια εξαιρετικά πλούσια, εκφραστική φωνή σ’αυτό.
Σ’ αυτό, όπως και σε άλλα τέτοιου τύπου έργα, τονίζεται η μνημειακότητα, η εναλλαγή όγκων, η εκφραστική προέκταση που αυτά αποπνέουν, αλλά και η διηγηματική και εξπρεσιονιστική θεματολογία που χρησιμοποιείται με απόλυτη ασφάλεια για να αποδώσει το συμβολικό περιεχόμενο του έργου.
Ζωγράφος και γνήσιος γλύπτης με πηγαία καλλιτεχνική παρορμητικότητα, ο Θανάσης Φάμπας διακρίθηκε για τις συνεχείς του αναζητήσεις και τις προσωπικές του κατακτήσεις. Κατόρθωσε να δώσει στα έργα του μια ιδιαίτερη εσωτερική δύναμη και έναν αξιόλογο εκφραστικό πλούτο. Κατάφερε μέσα από την τέχνη του να εξωτερικεύσει τον εσωτερικό του κόσμο, τις μνήμες και τις αλήθειες του, τα οποία και μπόρεσαν να αναχθούν μέσα από την πράξη της δημιουργίας σε έργα τέχνης.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Ξεχασμένα κάστρα στο Βόλο και στο Πήλιο


Στο χώρο του Πηλίου υπάρχουν ακόμη και σήμερα οχυρωματικές κατασκευές, απομεινάρια παλαιότερων εποχών, που πιστοποιούν την ιστορική μνήμη του τόπου. Πρόκειται στην ουσία για συνονθυλεύματα από πέτρες και ντουβάρια, όπου η οικοδομική και χωροταξική τους δομή μαρτυρούν τον οχυρωματικό και αμυντικό τους χαρακτήρα. Εγκαταλειμμένα οικοδομικά κατάλοιπα, με μεγάλη ωστόσο αξία, παρά το γεγονός ότι η αρχαιολογική σκαπάνη δεν τα ερεύνησε συστηματικά. Τα ερείπια αυτά μολονότι βρίσκονται ξεχασμένα διατηρούν ακόμη μια μυστηριώδης και επιβλητική αύρα που μας μεταφέρει σε ιστορίες με πολέμους και πολιορκίες μιας άλλης εποχής.
Τα κάστρα και τα τείχη αυτά αποτελούσαν οχυρωματικές κατασκευές, συνήθως περιορισμένων διαστάσεων και είχαν φρουριακό χαρακτήρα. Σημαντικά ίχνη αρχαίων οχυρώσεων δε βρέθηκαν, διαπιστώθηκε όμως η ύπαρξη αρκετών βυζαντινών κάστρων και οχυρωματικών πύργων που μαρτυρούν τη βυζαντινή κατοχή στο χώρο της Μαγνησίας και του Πηλίου.
Τα κάστρα του Πηλίου υπολογίζονται γύρω στα 40. Τα περισσότερα δυστυχώς σώζονται σε κακή κατάσταση, περιθωριοποιημένα και ετοιμόρροπα. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που κανένας περιηγητής ή χρονογράφος δεν ασχολήθηκε σοβαρά με τη μελέτη αυτών των οχυρωματικών κατασκευών.
Αποσπασματικές έως και μηδαμινές είναι οι πληροφορίες που παίρνουμε από γραπτές πηγές διαφόρων περιηγητών και αρχαιολόγων οι οποίοι προσπαθούν να διαφωτίσουν το ιστορικό πορτραίτο αυτών των κτισμάτων, που στερούνται της συστηματικής ανασκαφικής έρευνας.
Πολλοί ξένοι περιηγητές όπως ο ιστοριοδίφης William Leake, οι Άγγλοι αρχαιολόγοι Wace και Thompson και άλλοι στην πρώτη εικοσαετία του σημερινού αιώνα, καθώς και νεότεροι Έλληνες ερευνητές, όπως ο Γεωργιάδης, ο Αρβανιτόπουλος, ο Φιλιππίδης κτλ, προσπάθησαν να σχηματίσουν ένα αδρό πλαίσιο της ιστορίας και της λειτουργίας αυτών των κτισμάτων. Ο Γάλλος ερευνητής Mezières όμως, ο οποίος επισκέφτηκε το Πήλιο και τον Κίσσαβο το 1851 και έγραψε το βιβλίο «Αναμνήσεις από το Πήλιο και την Όσσα» (το οποίο δεν έχει ακόμα μεταφραστεί) ήταν ο μόνος που δεν αντιμετώπισε τα εγκαταλειμμένα αυτά κάστρα ως ταπεινές φρουριακές κατασκευές από πέτρα, αλλά ως μάρτυρες και απομεινάρια μιας άλλης ένδοξης εποχής, που συνδέονταν με ξεχασμένες σελίδες της τοπικής μας ιστορίας και μνήμης.
Ξεκινώντας από την πόλη του Βόλου έχουμε το γνωστό κάστρο της πόλης που βρίσκεται στην περιοχή των Παλαιών. Το αρχικό οχυρωματικό κάστρο κτίστηκε τον 6ο αιώνα στο δυτικό τομέα της πόλης και στη συνέχεια πέρασε στη δικαιοδοσία των βυζαντινών φεουδαρχών, των Καταλανών και τέλος των Οθωμανών, όπου και έπαψε να λειτουργεί ως πολεμικό φρούριο. Η τελευταία επίθεση που δέχτηκε ήταν από το Βενετικό στόλο Μοροζίνι το 1655 όπου έχουμε και τη μερική καταστροφή του. Από εκεί και έπειτα έχουμε το κτίσιμο αποθηκών γύρω από το λιμάνι, ενώ ανατολικά του κάστρου αναπτύσσονται συνοικίες με κατοικίες εμπόρων και μαγαζιά.
Το κάστρο βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από τα υπόλοιπα κάστρα του Πηλίου, διατηρώντας αρτιμελή αρκετά τμήματά του, καθώς είχε ανακαινιστεί από τους Τούρκους μετά την κατάκτηση της Θεσσαλομαγνησίας το 1423. Σήμερα ξεχωρίζει από τον ομώνυμο λόφο ο ψηλός περιμετρικός τοίχος περίφραξης, ενώ η νότια πλευρά οχύρωσης του κάστρου αποτελεί το μεγαλύτερο σωζόμενο τμήμα του. Δυστυχώς οι προσπάθειες για την ανάδειξη, την προβολή και τη διατήρηση της περιοχής του κάστρου είναι ελάχιστες.
Στο λόφο της Γορίτσας υπάρχει το αντίστοιχο οχυρό του παράκτιου λόφου με το τείχος που περίκλειε την αρχαία πόλη της οποίας το όνομα ήταν άγνωστο (μερικοί μελετητές την ταύτιζαν με το Ορμίνιο και άλλοι με την αρχαία Δημητριάδα). Το τείχος της πόλης κατασκευάστηκαν πιθανότατα από τον Κάσανδρο (316 – 298 πΧ) και είχε μήκος 2,850 χλμ. Η πόλη ήταν κτισμένη στα Ν.Α. του λόφου και διαιρεμένη σε οικοδομικά τετράγωνα. Στο ψηλότερο μέρος του λόφου το τείχος περίκλειε την ακρόπολη. Η ερήμωση της πόλης χρονολογείται το 294 πΧ με την ίδρυση της αρχαίας Δημητριάδας.
Το μνημείο αποτελεί ένα από τα ελάχιστα παραδείγματα ελληνιστικής πόλης που δε δέχτηκε μεταγενέστερες επεμβάσεις.
Ο αρχαιολογικός χώρος στο λόφο της Γορίτσας παρουσιάζει σήμερα ένα καλά διατηρημένο μικρό πόλισμα της πρώιμης ελληνιστικής περιόδου. Τα θεμέλια των τειχών βρίσκονται σχεδόν παντού, ενώ σώζονται και τμήματα από τους μικρής κατασκευαστικής αξίας πύργους, καθώς και ίχνη από πύλες. Ο προμαχώνας επίσης του οχυρωματικού περίβολου της Γορίτσας που ανακαλύφθηκε το 1931 από τους αρχαιολόγους Νίκο Βασιλάκο και Θωμά Πολυζώη είναι ορατός και εντυπωσιάζει κυριολεκτικά τον επισκέπτη.
Σήμερα το μνημείο βρίσκεται δυστυχώς έρμαιο των λατομείων που έχουν ανοιχτεί στο βουνό και της τσιμεντοβιομηχανίας ΑΓΕΤ – Ηρακλής που βρίσκεται έξω ακριβώς από τον περιφραγμένο αρχαιολογικό χώρο, ο οποίος μοιάζει εγκαταλειμμένος καθώς αγριόχορτα έχουν σκεπάσει τον αρχαίο οικισμό και η ανάγκη αναμόρφωσής του αποτελεί πλέον επιτακτικό αίτημα.
Έξω από την πόλη του Βόλου βρίσκεται το παλαιόκαστρο των Λεχωνίων, όπως ήταν τότε γνωστό. Το παλαιό αυτό οχυρό βρίσκεται στην πραγματικότητα στα διοικητικά όρια της κοινότητας του Άγιου Βλάσση, που στα παλιά χρόνια λέγονταν «Καραμπάσι».
Το οχυρό αποτελούνταν από διπλά τείχη που ήταν ενισχυμένα με κτιστούς τετράγωνους πύργους, όπου το βόρειο τείχος περίκλειε τις κατοικίες της πόλης, ενώ το νότιο που ήταν και ψηλότερο είχε καθαρά οχυρωματικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με υποθέσεις του Mezière, τα Λεχώνια (Καραμπάσι όπως λέγονταν τότε) μπορεί να ήταν η θέση της ομηρικής πόλης Μεθώνης, της μοναδικής πόλης που τοποθετείται από τον Πλίνιο ανάμεσα στην Ιωλκό και στην Ολιζώνα.
Σήμερα τα ίχνη αυτού του διπλού τείχους σώζονται σε άσχημη κατάσταση, αφημένα στο έλεος του χρόνου και της φύσης. Από την οχυρωματική κατασκευή ξεχωρίζει ένα μικρό τμήμα του πύργου της νότιας πλευράς του καραμπασιώτικου παλαιόκαστρου που στέκεται, αν και μισογκρεμισμένο, ακόμη όρθιο.
Στο λόφο του προφήτη Ηλία, όπου σήμερα βρίσκεται και το ομώνυμο καπουρνιώτικο ξωκλήσι υπάρχει το κάστρο της Κάπουρνας. Το σωζόμενο τμήμα του τείχους του καπουρνιώτικου κάστρου είναι χαμηλό και είναι φτιαγμένο από πέτρες τοποθετημένες χωρίς καμία ιδιαίτερη τεχνική. Σύμφωνα με τον Mezières, στην περιοχή αυτή βρίσκονταν, η αναφερόμενη από τον Όμηρο, μαγνητική πόλη Ορμίνιο.
Το τελευταίο σωζόμενο κάστρο βρίσκεται στην περιοχή του Κεραμιδίου (ανατολικό Πήλιο) και θεωρείται και το πιο αξιόλογο. Η αρτιότητα και η επιβλητικότητα των αρχαίων λειψάνων, καθώς και οι τεράστιες καλοδουλεμένες πέτρες (δείγματα μακεδονικής ή ελληνιστικής προέλευσης) αποτελούν βασικά στοιχεία που κάνουν το κάστρο του Κεραμιδίου να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα προαναφερόμενα κάστρα.
Στο κάστρο υπήρχαν πολλοί πύργοι που ήταν τετράγωνοι και κυκλικοί, καθώς και δύο πύλες. Ο περίβολος της πόλης ( η οποία υπήρχε μέσα στην οχυρωματική κατασκευή) ξεκινούσε από τη θάλασσα και ανέβαινε προς τα πλάγια του λόφου. Η περιφέρεια της πόλης ήταν μικρή, ενώ στο τελείωμά της, στα δυτικά, βρίσκονταν η ακρόπολη.
Πρόκειται ουσιαστικά για μία παράκτια θέση οχυρωματικής πόλης απροσπέλαστης, καθώς ήταν περιτριγυρισμένη από απότομους βράχους και διέθετε έτσι τεράστια δύναμη άμυνας. Σύμφωνα με τον Mezières, η ελληνική αυτή πόλη του Κεραμιδίου ήταν η αρχαία Κασθαναία, η μόνη πόλη που είχε ιστορικό όνομα ανάμεσα στις πόλεις Σηπιάδα και Μελιβοία.
Σήμερα μπορεί κανείς να συναντήσει κάποια εντυπωσιακά απομεινάρια του τείχους μέσα στην πυκνή βλάστηση. Το καλύτερα, ωστόσο, διατηρημένο τμήμα του κεραμιδιώτικου κάστρου βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά.
Τα οχυρωματικά αυτά οικοδομήματα του παρελθόντος λεηλατήθηκαν από τους αρχαιοκάπηλους, τους αντάρτες και από τις καταδρομές των καιρών. Υπολείμματα των αρχαίων αυτών τειχών ή κάστρων χρησιμοποιήθηκαν από τους ντόπιους κατοίκους, οι οποίοι έφτιαξαν τα νεότερα σπίτια και τα ξωκλήσια τους, καταστρέφοντάς τα σχεδόν ολοσχερώς.
Απομεινάρια από το βυζαντινό κάστρο στο Λεφόκαστρο, τον πύργο στο Μετόχι, το περίεργο οικοδόμημα στην κοιλάδα της αρχαίας λίμνης Βοιβής, καθώς και σε άλλες περιοχές όπως στην Νταμούχαρη, το Μούρεσι και το Νεοχώρι έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, καθώς δεν έγιναν οι προαπαιτούμενες ανασκαφικές έρευνες και οι διαδικασίες συντήρησης και αναστήλωσης των αρχαιοτήτων.
Όσα κτίσματα κατάφεραν με δυσκολία να επιβιώσουν μέσα στο χρόνο, βρίσκονται σήμερα ξεχασμένα και έχουν γίνει ένα με την πηλιορείτικη χλωρίδα. Αβέβαιο για το πόσο ακόμη θα αντέξουν, στέκονται εκεί έξω προβάλλοντας έντονα τη θλιβερή παρουσία τους και κρύβοντας θαμμένες βαθιά «πεθαμένες» ιστορικές μνήμες του τόπου μας, που ίσως να μην αναστηθούν ποτέ και ίσως να τις πάρουν μαζί τους όταν θα έχουν χαθεί για πάντα.


Βιβλιογραφία
Κώστας Λιάπης, «Τα παλαιόκαστρα του Πηλίου», ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ – ΤΟΜΟΣ 12, ΒΟΛΟΣ (1999), σελ. 85-120