Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Θανάσης Φάμπας: Ο ζωγράφος και γλύπτης από τον Λαύκο Πηλίου


Ο Θανάσης Φάμπας είναι ένας από τους πιο αξιόλογους ζωγράφους, που διακρίθηκε για τη προσφορά του στην Ελλάδα και το εξωτερικό και κατάφερε να ξεχωρίσει με τα έργα του και να παρουσιάσει μέσα από τη δουλειά του εκφραστικές προεκτάσεις της τέχνης, κινούμενος μέσα στο κλίμα των εξπρεσιονιστικών τόνων και των συμβολικών τύπων.
Ο Θανάσης Φάμπας γεννήθηκε το 1922 στον Λαύκο Πηλίου. Το 1946-47 σπούδασε στη σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και το 1950 συνέχισε τις σπουδές του στο Ινστιτούτο Καλών Τεχνών Ν. Γρηγορέσκου Βουκουρεστίου, όπου ολοκλήρωσε και το μεταπτυχιακό του στη μνημειακή ζωγραφική. Το 1952 είχε ήδη λάβει μέρος στην πανρουμανική έκθεση Καλών Τεχνών, που είχε πραγματοποιηθεί στο Βουκουρέστι. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο καλλιτέχνης συμμετείχε σε περισσότερες από 60 κρατικές εκθέσεις στη Ρουμανία, καθώς και σε διάφορες άλλες εκθέσεις, διεθνείς και ομαδικές, σε πολλές χώρες της Ευρώπης, της Βόρειας και Νότιας Αμερικής και της Αφρικής. Αντιπροσώπευσε επίσης την Ελλάδα σε διεθνείς εκθέσεις της τέχνης στο Βουκουρέστι της τέχνης στο Βουκουρέστι, στη Μόσχα, το Βερολίνο και τη Βαρσοβία.
Ο Θανάσης Φάμπας ασχολήθηκε τόσο με τη ζωγραφική και την εικονογράφηση βιβλίων, όσο και με τη γλυπτική. Ο ίδιος είχε αναλάβει την εικονογράφηση 30 βιβλίων που είχαν δημοσιευτεί στην Ελλάδα και τη Ρουμανία. Εικονογράφησε επίσης το βιβλίο του Γιάννη Ρίτσου, της Ιωάννας Τσάτσου, του Δημήτρη Ραβανή, του Μενέλαου Λουντέμη και του Ηλία Λεφούση, ενώ ασχολήθηκε και με την φιλοτέχνηση εξώφυλλων δίσκων κλασικής μουσικής.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια σχεδίασε και σκάλισε πέντε μνημεία αντιστασιακού χαρακτήρα, έχοντας βιώσει και ο ίδιος την σκληρότητα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, τιμώντας έτσι τους ήρωες και τα θύματα του πολέμου. Στην κοινότητα του Λαύκου πρόσφερε οκτώ αγάλματα και εξήντα πίνακες και στην πόλη του Βουκουρεστίου ένα άγαλμα με απεικόνιση του Ρήγα Φερραίου.
Δεκαπέντε χάλκινα και μαρμάρινα αγάλματα και πάνω από χίλια έργα ζωγραφικής βρίσκονται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στη Βραζιλία.
Για τη δουλειά και τα έργα του υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία με μελέτες Ρουμάνων και Ελλήνων. Πάνω από είκοσι λεξικά αναφέρουν το όνομά του, ενώ πολλά άρθρα και μελέτες έχουν γραφτεί σε περιοδικά και εφημερίδες τέχνης. Ο ρουμανικός κινηματογράφος έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε δύο ταινίες μικρού μήκους, ενώ έχουν γίνει και πολλές παρουσιάσεις των έργων του στη ρουμανική τηλεόραση. Το 2004, η Ελληνική Ένωση δημοσίευσε το βιβλίο «Θανάσης Φάμπας, ένα αμετάβλητο πεπρωμένο», που γράφτηκε από τη Θεοδώρα Ρούσου – Φάμπα.
Το 2005, ο δήμος Σηπιάδος τίμησε αυτόν τον σπουδαίο δημιουργό για την εξαιρετική του συμβολή, ιδρύοντας ένα μουσείο προς τιμήν του, το Φάμπειο μουσείο, στο παλιό δημοτικό σχολείο του Λαύκου, με σκοπό να φιλοξενήσει τα έργα που δώρισε στον τόπο του ο καλλιτέχνης.
Στα έργα του κυριαρχεί κατ’ αποκλειστικότητα η γυναικεία φιγούρα, αποδοσμένη με αρχαία λυρικότητα και βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Στην απόδοση των μορφών, διαπιστώνεται εύκολα από τη μια πλευρά η επαφή του καλλιτέχνη με την αρχαία ελληνική παράδοση και τέχνη και από την άλλη, η καθαρά προσωπική του προσφορά.
Ο καλλιτέχνης διηγείται με το δικό του, ιδιότυπο, ζωγραφικό του τρόπο μικρές ιστορίες, προσδίδοντας σ’ αυτές διάφορες αδυναμίες, ευαισθησίες και προσωπικά οράματα.
Τα έργα ξεχωρίζουν για τη λυρική διάθεση που εκπέμπουν, την εκλεπτυσμένη χρωματική διαπραγμάτευση και τον ιδιότυπο και εύκολα αναγνωρίσιμο εξπρεσιονισμό. Στρέφεται προς το φως, το χρώμα, τη ζωή και την καθημερινότητα
Με ουσιαστική καλλιτεχνική παιδεία, ο καλλιτέχνης σμιλεύει την πέτρα και κάνει μορφή τις σκέψεις και τις ιδέες του και φωνή και λόγο το υλικό του.
Ο γόνιμος συγκερασμός πλαστικών και ζωγραφικών αξιών που αποτυπώνονται στα έργα του, σε συνδυασμό με την έμφαση που δίνεται στα εξπρεσιονιστικά χαρακτηριστικά και την επιβολή γενικευμένων τύπων, κάνει τα έργα του μοναδικά και ξεχωριστά.
Ο καλλιτέχνης ενσωματώνει στις δημιουργίες του με καθαρά προσωπικό τρόπο, ιδεαλιστικά και ρεαλιστικά στοιχεία, τύπους της αρχαίας ελληνικής τέχνης, αλλά και στοιχεία της μοντέρνας.
Τα έργα του χαρακτηρίζονται από μία διηγηματική διάθεση και η θεματογραφία έχει να κάνει, όπως προαναφέραμε, κυρίως με τη γυναίκα, συνδυάζοντας πλαστά και σχεδιαστικά στοιχεία, παραδοσιακά και νέα χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο μιας ιδιότυπης, προσωπικής γλώσσας.
Έχοντας βιώσει τον πόλεμο, καθώς ο ίδιος ήταν μέλος της Εθνικής Αντίστασης, προσανατολίζει ένα μέρος της τέχνης του προς σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Σε πολλά γλυπτά, όπως το γλυπτό που είναι αφιερωμένο στη συμβολή της γυναίκας στην Εθνική Αντίσταση, διατυπώνονται έντονα και καθαρά τα παραστατικά στοιχεία και οι συμβολικές προεκτάσεις του έργου, δίνοντας έτσι μια εξαιρετικά πλούσια, εκφραστική φωνή σ’αυτό.
Σ’ αυτό, όπως και σε άλλα τέτοιου τύπου έργα, τονίζεται η μνημειακότητα, η εναλλαγή όγκων, η εκφραστική προέκταση που αυτά αποπνέουν, αλλά και η διηγηματική και εξπρεσιονιστική θεματολογία που χρησιμοποιείται με απόλυτη ασφάλεια για να αποδώσει το συμβολικό περιεχόμενο του έργου.
Ζωγράφος και γνήσιος γλύπτης με πηγαία καλλιτεχνική παρορμητικότητα, ο Θανάσης Φάμπας διακρίθηκε για τις συνεχείς του αναζητήσεις και τις προσωπικές του κατακτήσεις. Κατόρθωσε να δώσει στα έργα του μια ιδιαίτερη εσωτερική δύναμη και έναν αξιόλογο εκφραστικό πλούτο. Κατάφερε μέσα από την τέχνη του να εξωτερικεύσει τον εσωτερικό του κόσμο, τις μνήμες και τις αλήθειες του, τα οποία και μπόρεσαν να αναχθούν μέσα από την πράξη της δημιουργίας σε έργα τέχνης.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Ξεχασμένα κάστρα στο Βόλο και στο Πήλιο


Στο χώρο του Πηλίου υπάρχουν ακόμη και σήμερα οχυρωματικές κατασκευές, απομεινάρια παλαιότερων εποχών, που πιστοποιούν την ιστορική μνήμη του τόπου. Πρόκειται στην ουσία για συνονθυλεύματα από πέτρες και ντουβάρια, όπου η οικοδομική και χωροταξική τους δομή μαρτυρούν τον οχυρωματικό και αμυντικό τους χαρακτήρα. Εγκαταλειμμένα οικοδομικά κατάλοιπα, με μεγάλη ωστόσο αξία, παρά το γεγονός ότι η αρχαιολογική σκαπάνη δεν τα ερεύνησε συστηματικά. Τα ερείπια αυτά μολονότι βρίσκονται ξεχασμένα διατηρούν ακόμη μια μυστηριώδης και επιβλητική αύρα που μας μεταφέρει σε ιστορίες με πολέμους και πολιορκίες μιας άλλης εποχής.
Τα κάστρα και τα τείχη αυτά αποτελούσαν οχυρωματικές κατασκευές, συνήθως περιορισμένων διαστάσεων και είχαν φρουριακό χαρακτήρα. Σημαντικά ίχνη αρχαίων οχυρώσεων δε βρέθηκαν, διαπιστώθηκε όμως η ύπαρξη αρκετών βυζαντινών κάστρων και οχυρωματικών πύργων που μαρτυρούν τη βυζαντινή κατοχή στο χώρο της Μαγνησίας και του Πηλίου.
Τα κάστρα του Πηλίου υπολογίζονται γύρω στα 40. Τα περισσότερα δυστυχώς σώζονται σε κακή κατάσταση, περιθωριοποιημένα και ετοιμόρροπα. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που κανένας περιηγητής ή χρονογράφος δεν ασχολήθηκε σοβαρά με τη μελέτη αυτών των οχυρωματικών κατασκευών.
Αποσπασματικές έως και μηδαμινές είναι οι πληροφορίες που παίρνουμε από γραπτές πηγές διαφόρων περιηγητών και αρχαιολόγων οι οποίοι προσπαθούν να διαφωτίσουν το ιστορικό πορτραίτο αυτών των κτισμάτων, που στερούνται της συστηματικής ανασκαφικής έρευνας.
Πολλοί ξένοι περιηγητές όπως ο ιστοριοδίφης William Leake, οι Άγγλοι αρχαιολόγοι Wace και Thompson και άλλοι στην πρώτη εικοσαετία του σημερινού αιώνα, καθώς και νεότεροι Έλληνες ερευνητές, όπως ο Γεωργιάδης, ο Αρβανιτόπουλος, ο Φιλιππίδης κτλ, προσπάθησαν να σχηματίσουν ένα αδρό πλαίσιο της ιστορίας και της λειτουργίας αυτών των κτισμάτων. Ο Γάλλος ερευνητής Mezières όμως, ο οποίος επισκέφτηκε το Πήλιο και τον Κίσσαβο το 1851 και έγραψε το βιβλίο «Αναμνήσεις από το Πήλιο και την Όσσα» (το οποίο δεν έχει ακόμα μεταφραστεί) ήταν ο μόνος που δεν αντιμετώπισε τα εγκαταλειμμένα αυτά κάστρα ως ταπεινές φρουριακές κατασκευές από πέτρα, αλλά ως μάρτυρες και απομεινάρια μιας άλλης ένδοξης εποχής, που συνδέονταν με ξεχασμένες σελίδες της τοπικής μας ιστορίας και μνήμης.
Ξεκινώντας από την πόλη του Βόλου έχουμε το γνωστό κάστρο της πόλης που βρίσκεται στην περιοχή των Παλαιών. Το αρχικό οχυρωματικό κάστρο κτίστηκε τον 6ο αιώνα στο δυτικό τομέα της πόλης και στη συνέχεια πέρασε στη δικαιοδοσία των βυζαντινών φεουδαρχών, των Καταλανών και τέλος των Οθωμανών, όπου και έπαψε να λειτουργεί ως πολεμικό φρούριο. Η τελευταία επίθεση που δέχτηκε ήταν από το Βενετικό στόλο Μοροζίνι το 1655 όπου έχουμε και τη μερική καταστροφή του. Από εκεί και έπειτα έχουμε το κτίσιμο αποθηκών γύρω από το λιμάνι, ενώ ανατολικά του κάστρου αναπτύσσονται συνοικίες με κατοικίες εμπόρων και μαγαζιά.
Το κάστρο βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από τα υπόλοιπα κάστρα του Πηλίου, διατηρώντας αρτιμελή αρκετά τμήματά του, καθώς είχε ανακαινιστεί από τους Τούρκους μετά την κατάκτηση της Θεσσαλομαγνησίας το 1423. Σήμερα ξεχωρίζει από τον ομώνυμο λόφο ο ψηλός περιμετρικός τοίχος περίφραξης, ενώ η νότια πλευρά οχύρωσης του κάστρου αποτελεί το μεγαλύτερο σωζόμενο τμήμα του. Δυστυχώς οι προσπάθειες για την ανάδειξη, την προβολή και τη διατήρηση της περιοχής του κάστρου είναι ελάχιστες.
Στο λόφο της Γορίτσας υπάρχει το αντίστοιχο οχυρό του παράκτιου λόφου με το τείχος που περίκλειε την αρχαία πόλη της οποίας το όνομα ήταν άγνωστο (μερικοί μελετητές την ταύτιζαν με το Ορμίνιο και άλλοι με την αρχαία Δημητριάδα). Το τείχος της πόλης κατασκευάστηκαν πιθανότατα από τον Κάσανδρο (316 – 298 πΧ) και είχε μήκος 2,850 χλμ. Η πόλη ήταν κτισμένη στα Ν.Α. του λόφου και διαιρεμένη σε οικοδομικά τετράγωνα. Στο ψηλότερο μέρος του λόφου το τείχος περίκλειε την ακρόπολη. Η ερήμωση της πόλης χρονολογείται το 294 πΧ με την ίδρυση της αρχαίας Δημητριάδας.
Το μνημείο αποτελεί ένα από τα ελάχιστα παραδείγματα ελληνιστικής πόλης που δε δέχτηκε μεταγενέστερες επεμβάσεις.
Ο αρχαιολογικός χώρος στο λόφο της Γορίτσας παρουσιάζει σήμερα ένα καλά διατηρημένο μικρό πόλισμα της πρώιμης ελληνιστικής περιόδου. Τα θεμέλια των τειχών βρίσκονται σχεδόν παντού, ενώ σώζονται και τμήματα από τους μικρής κατασκευαστικής αξίας πύργους, καθώς και ίχνη από πύλες. Ο προμαχώνας επίσης του οχυρωματικού περίβολου της Γορίτσας που ανακαλύφθηκε το 1931 από τους αρχαιολόγους Νίκο Βασιλάκο και Θωμά Πολυζώη είναι ορατός και εντυπωσιάζει κυριολεκτικά τον επισκέπτη.
Σήμερα το μνημείο βρίσκεται δυστυχώς έρμαιο των λατομείων που έχουν ανοιχτεί στο βουνό και της τσιμεντοβιομηχανίας ΑΓΕΤ – Ηρακλής που βρίσκεται έξω ακριβώς από τον περιφραγμένο αρχαιολογικό χώρο, ο οποίος μοιάζει εγκαταλειμμένος καθώς αγριόχορτα έχουν σκεπάσει τον αρχαίο οικισμό και η ανάγκη αναμόρφωσής του αποτελεί πλέον επιτακτικό αίτημα.
Έξω από την πόλη του Βόλου βρίσκεται το παλαιόκαστρο των Λεχωνίων, όπως ήταν τότε γνωστό. Το παλαιό αυτό οχυρό βρίσκεται στην πραγματικότητα στα διοικητικά όρια της κοινότητας του Άγιου Βλάσση, που στα παλιά χρόνια λέγονταν «Καραμπάσι».
Το οχυρό αποτελούνταν από διπλά τείχη που ήταν ενισχυμένα με κτιστούς τετράγωνους πύργους, όπου το βόρειο τείχος περίκλειε τις κατοικίες της πόλης, ενώ το νότιο που ήταν και ψηλότερο είχε καθαρά οχυρωματικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με υποθέσεις του Mezière, τα Λεχώνια (Καραμπάσι όπως λέγονταν τότε) μπορεί να ήταν η θέση της ομηρικής πόλης Μεθώνης, της μοναδικής πόλης που τοποθετείται από τον Πλίνιο ανάμεσα στην Ιωλκό και στην Ολιζώνα.
Σήμερα τα ίχνη αυτού του διπλού τείχους σώζονται σε άσχημη κατάσταση, αφημένα στο έλεος του χρόνου και της φύσης. Από την οχυρωματική κατασκευή ξεχωρίζει ένα μικρό τμήμα του πύργου της νότιας πλευράς του καραμπασιώτικου παλαιόκαστρου που στέκεται, αν και μισογκρεμισμένο, ακόμη όρθιο.
Στο λόφο του προφήτη Ηλία, όπου σήμερα βρίσκεται και το ομώνυμο καπουρνιώτικο ξωκλήσι υπάρχει το κάστρο της Κάπουρνας. Το σωζόμενο τμήμα του τείχους του καπουρνιώτικου κάστρου είναι χαμηλό και είναι φτιαγμένο από πέτρες τοποθετημένες χωρίς καμία ιδιαίτερη τεχνική. Σύμφωνα με τον Mezières, στην περιοχή αυτή βρίσκονταν, η αναφερόμενη από τον Όμηρο, μαγνητική πόλη Ορμίνιο.
Το τελευταίο σωζόμενο κάστρο βρίσκεται στην περιοχή του Κεραμιδίου (ανατολικό Πήλιο) και θεωρείται και το πιο αξιόλογο. Η αρτιότητα και η επιβλητικότητα των αρχαίων λειψάνων, καθώς και οι τεράστιες καλοδουλεμένες πέτρες (δείγματα μακεδονικής ή ελληνιστικής προέλευσης) αποτελούν βασικά στοιχεία που κάνουν το κάστρο του Κεραμιδίου να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα προαναφερόμενα κάστρα.
Στο κάστρο υπήρχαν πολλοί πύργοι που ήταν τετράγωνοι και κυκλικοί, καθώς και δύο πύλες. Ο περίβολος της πόλης ( η οποία υπήρχε μέσα στην οχυρωματική κατασκευή) ξεκινούσε από τη θάλασσα και ανέβαινε προς τα πλάγια του λόφου. Η περιφέρεια της πόλης ήταν μικρή, ενώ στο τελείωμά της, στα δυτικά, βρίσκονταν η ακρόπολη.
Πρόκειται ουσιαστικά για μία παράκτια θέση οχυρωματικής πόλης απροσπέλαστης, καθώς ήταν περιτριγυρισμένη από απότομους βράχους και διέθετε έτσι τεράστια δύναμη άμυνας. Σύμφωνα με τον Mezières, η ελληνική αυτή πόλη του Κεραμιδίου ήταν η αρχαία Κασθαναία, η μόνη πόλη που είχε ιστορικό όνομα ανάμεσα στις πόλεις Σηπιάδα και Μελιβοία.
Σήμερα μπορεί κανείς να συναντήσει κάποια εντυπωσιακά απομεινάρια του τείχους μέσα στην πυκνή βλάστηση. Το καλύτερα, ωστόσο, διατηρημένο τμήμα του κεραμιδιώτικου κάστρου βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά.
Τα οχυρωματικά αυτά οικοδομήματα του παρελθόντος λεηλατήθηκαν από τους αρχαιοκάπηλους, τους αντάρτες και από τις καταδρομές των καιρών. Υπολείμματα των αρχαίων αυτών τειχών ή κάστρων χρησιμοποιήθηκαν από τους ντόπιους κατοίκους, οι οποίοι έφτιαξαν τα νεότερα σπίτια και τα ξωκλήσια τους, καταστρέφοντάς τα σχεδόν ολοσχερώς.
Απομεινάρια από το βυζαντινό κάστρο στο Λεφόκαστρο, τον πύργο στο Μετόχι, το περίεργο οικοδόμημα στην κοιλάδα της αρχαίας λίμνης Βοιβής, καθώς και σε άλλες περιοχές όπως στην Νταμούχαρη, το Μούρεσι και το Νεοχώρι έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, καθώς δεν έγιναν οι προαπαιτούμενες ανασκαφικές έρευνες και οι διαδικασίες συντήρησης και αναστήλωσης των αρχαιοτήτων.
Όσα κτίσματα κατάφεραν με δυσκολία να επιβιώσουν μέσα στο χρόνο, βρίσκονται σήμερα ξεχασμένα και έχουν γίνει ένα με την πηλιορείτικη χλωρίδα. Αβέβαιο για το πόσο ακόμη θα αντέξουν, στέκονται εκεί έξω προβάλλοντας έντονα τη θλιβερή παρουσία τους και κρύβοντας θαμμένες βαθιά «πεθαμένες» ιστορικές μνήμες του τόπου μας, που ίσως να μην αναστηθούν ποτέ και ίσως να τις πάρουν μαζί τους όταν θα έχουν χαθεί για πάντα.


Βιβλιογραφία
Κώστας Λιάπης, «Τα παλαιόκαστρα του Πηλίου», ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ – ΤΟΜΟΣ 12, ΒΟΛΟΣ (1999), σελ. 85-120

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Το ανάγλυφο της Θεοτόκου «Οξείας Επίσκεψης» στη Μακρινίτσα


Το ανάγλυφο της Θεοτόκου «Οξείας Επίσκεψης» από το ναό της Παναγίας της Μακρινίτσας προέρχεται από το γλυπτό διάκοσμο μονής, που ιδρύθηκε γύρω στο 1209, φέρει την επιγραφή «Μ(ΗΤΗΡ) Θ(ΕΟΥ) Η ΟΞΕΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ» και σύμφωνα με τον εικονογραφικό του τύπο χρονολογείται τον 13ο αιώνα.
Πρόκειται για μία πλάκα ορθογώνιου σχήματος με μέγεθος 1,67 μ. στην οποία είναι λαξευμένες οι μορφές. Κεντρική σύνθεση της παράστασης είναι η Θεοτόκος, η οποία απεικονίζεται στον εικονογραφικό τύπο της βλαχερνίτισσας ή επισκέψεως, ολόσωμη και μετωπική, σε στάση δέησης με ανοιχτά τα χέρια και μπροστά στο στήθος της φέρει μέσα σε μετάλλιο την προτομή του Χριστού Εμμανουήλ. Η Παναγία αποδίδεται με υψηλό ανάστημα και με μικρό, στρόγγυλο κεφάλι, ενώ από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ξεχωρίζουν οι καλοσχεδιασμένοι και μεγάλοι οφθαλμοί της. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Χριστού ακολουθούν την ίδια βασική σύνθεση με αυτή της Παναγίας.
Η Θεοτόκος φοράει μακρύ μανδύα και το σώμα της αποδίδεται χωρίς καμία πλαστικότητα και γραμμικότητα, με λίγες ανάγλυφες πτυχώσεις, αποκτώντας έτσι μία συμπαγή και ογκώδης διάσταση, χωρίς καμία ισορροπία στις επιμέρους αναλογίες.
Αυτό που καθιστά το ανάγλυφο ιδιαίτερης προσοχής είναι η μικρή ανδρική μορφή, η οποία απεικονίζεται δεξιά, στο ύψος των ποδιών της Παναγίας, υψώνοντας τα χέρια της σε στάση ικεσίας. Η ανδρική μορφή έχει γένια, φοράει σκούφο στο κεφάλι και απεικονίζεται οκλαδόν, ενώ το πρόσωπό της είναι κατεστραμμένο.
Σύμφωνα με την επιγραφή που υπάρχει στο πλαίσιο της εικόνας, η ανδρική μορφή θα μπορούσε να είναι ο κατασκευαστής του έργου, όπως είναι γνωστό όμως εκείνη την εποχή υπήρχε η συνήθεια να απεικονίζονται συνήθως σε τέτοιου είδους ανάγλυφα (στο ύψος των ποδιών του Χριστού ή της Παναγίας) δωρητές μονών, κτήτορες και δεσπότες και σε καμία περίπτωση ανώνυμοι καλλιτέχνες.
Το ανάγλυφο φέρει δύο οπές μεταξύ των ποδιών της Παναγίας, κάτι που δείχνει ότι αρχικά θα πρέπει να ήταν εντοιχισμένο σε κάποιο σημείο του ναού.
Το συγκεκριμένο ανάγλυφο πρέπει να έγινε ή στην ίδια τη μονή του Πηλίου ή στην Κωνσταντινούπολη, καθώς όπως είναι γνωστό οι μονές στο παρελθόν λειτουργούσαν και ως εργαστήρια τέτοιων έργων τέχνης.
Η παρουσία αυτού του ανάγλυφου στο χώρο του Πηλίου είναι πολύ σημαντική αν σκεφτούμε το γεγονός ότι ο αριθμός των ανάγλυφων εικόνων ήταν μικρός και ο συγκεκριμένος εικονογραφικός τύπος της Παναγίας με την αντρική μορφή δεξιά από τα πόδια της σπάνιος. Ο εικονογραφικός τύπος αυτός, ωστόσο, ήταν πολύ συνηθισμένος τόσο σε έργα μνημειακής ζωγραφικής όσο και σε έργα μικροτεχνίας (ελεφαντοστά, νομίσματα, μολυβδόβουλα).

Αθανασάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου: Ένα μουσείο με όλες τις προδιαγραφές


Το Αθανασάκειο Μουσείο Βόλου αποτελεί το Κεντρικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλίας και ένα από τα παλαιότερα μουσεία της χώρας. Η χρονολογία δημιουργίας του τοποθετείται στο 1909. Το κτίριο έγινε με δωρεά του Αθανασάκη, με στόχο τη στέγαση των επιτύμβιων γραπτών στηλών της Δημητριάδας, που έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Αρβανιτόπουλου.
Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, υπήρχε ήδη ένα πάγιο και μακροχρόνιο αίτημα, σχετικά με την έλλειψη επαρκών εκθεσιακών χώρων που θα στέγαζαν τον τεράστιο πλούτο των αρχαιολογικών ευρημάτων της συλλογής του Μουσείου. Η επιτακτική αυτή ανάγκη για επέκταση του κτιρίου υλοποιήθηκε στον Αύγουστο του 2004 με τον εγκαινιασμό της νέας πτέρυγας του Μουσείου, η οποία κατασκευάστηκε παράλληλα και σε συνάρτηση με τις εργασίες ανακαίνισης του παλιού κτιρίου.
Έτσι σήμερα το Μουσείο του Βόλου στεγάζεται σε ένα νεοκλασικό κτίριο που έχει διατηρήσει την αρχική του αρχιτεκτονική φυσιογνωμία, τοποθετημένο σε μία προνομιακή θέση, απέναντι από τους πράσινους πνεύμονες του πάρκου του Αναύρου. Στέκει εκεί έχοντας διανύσει ήδη έναν αιώνα λειτουργίας, πλήρως ανανεωμένο και εμπλουτισμένο με αρχαιολογικές συλλογές, προσφέροντας την πνευματική του παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές.
Το μουσείο τηρεί όλες τις σύγχρονες μουσειακές προδιαγραφές και υπάρχει πλήρης εφαρμογή τεχνολογικών πρακτικών υψηλών προδιαγραφών για την κάλυψη όλων των αναγκών. Η άρτια λειτουργία του χώρου, με τις επεμβάσεις και τις προσθήκες, η διαμόρφωση πρόσθετων εκθεσιακών χώρων, οι ελεγχόμενες συνθήκες διατήρησης των αρχαιοτήτων και γενικότερα η μεγάλη αντικειμενικότητα ως προς τη χωροθέτηση και τη λειτουργία, του υποδεικνύουν την μακροχρόνια δράση και τον αγώνα των ανθρώπων για την ανάδειξη και την έκθεση των αρχαιολογικών θησαυρών σε ένα σύγχρονο και πλήρως εξοπλισμένο μουσείο.
Όμως το μουσείο δε λειτουργεί μόνο ως χώρος και ως κτίριο. Το μουσείο του Βόλου έχει μία πλήρως συγκροτημένη θεωρία ως προς την μουσειακή πραγματικότητα, έχει στρατηγικούς στόχους, προβληματισμούς και προοπτικές. Λειτουργεί συγκροτημένα, συμπυκνώνοντας όλη τη γνώση και την εμπειρία για την ορθή λειτουργία ενός μουσείου. Πέρα από την ωραία αρχιτεκτονική, το μουσείο είναι ένας εμπνευσμένος θησαυρός, ένα πνευματικό γεγονός, που συμβάλλει στη διαμόρφωση του ιστορικού «γίγνεσθαι».
Ο ρόλος του μουσείου του Βόλου είναι συνυφασμένος με την κοινωνική διάσταση της λειτουργίας του, καθώς υπάρχει άμεση επικοινωνία με το κοινό. Λειτουργούν ήδη σ’ αυτό επιμορφωτικά σεμινάρια, διοργανώνονται επιστημονικά συνέδρια, εφαρμόζονται εκπαιδευτικά προγράμματα για μαθητές του δημοτικού αλλά και για άτομα με ειδικές ανάγκες, ενώ η πλοήγηση στο διαδίκτυο προσφέρει μία αμφίδρομη επικοινωνία με το κοινό.
Πάνω απ’ όλα όμως, το μουσείο του Βόλου αποτελεί μία πηγή απόλαυσης και ψυχαγωγίας, μία διαλλακτική σχέση ανάμεσα στον θεατή (κοινό) και στο έκθεμα, μία δημιουργική σκέψη στο διάβα των αιώνων. Είναι μία κιβωτός πολιτισμού που χαράζει στα άτομα το συναίσθημα της ενότητας και της συνέχειας της ιστορικής τους πορείας. Πλήρως ανακαινισμένο και εμπλουτισμένο με μεγάλους εκθεσιακούς χώρους, με πλούτο εκθεμάτων, με παραστατικές αναπαραστάσεις και με φωτογραφίες, κείμενα και σχέδια, το μουσείο του Βόλου προσφέρει στο κοινό τη δυνατότητα να αγαπήσει το παρελθόν, να έρθει σε άμεση επαφή μαζί του, να στεγάσει την κοινωνική του ανάγκη και την καλλιεργημένη του αναψυχή και να νιώσει κομμάτι αυτής της ιστορικής πραγματικότητας.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού Βόλου: ένα κομψοτέχνημα με μνημειακό χαρακτήρα


Το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού Βόλου ξεχωρίζει για την αισθητική του αυτάρκεια, την αρμονική του διάταξη, την κομψότητα στη σύνθεση, καθώς επίσης και για την αισθητική και λειτουργική του ιδιότητα.
Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος το 1881 ξεκίνησαν τα έργα για τη σιδηροδρομική σύνδεση Βόλου – Λάρισας. Τα έργα αυτά ήταν ιδιαίτερα μεγάλης σημασίας, καθώς συνέδεσαν σιδηροδρομικά το κεντρικό θεσσαλικό κάμπο με το μεγαλύτερο λιμάνι της περιοχής.
Την κατασκευή του έργου την είχε αναλάβει η εταιρία «σιδηροδρόμων Θεσσαλίας», ενώ τα σχέδια της κατασκευής του κτιρίου ο Ιταλός μηχανικός Εβαρίστο Ντε Κίρικο. Η νέα γραμμή εγκαινιάστηκε το 1884, ενώ το υπόλοιπο σιδηροδρομικό δίκτυο το 1886.
Το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού είναι ένα από τα λίγα κτίρια που επιβίωσαν μετά τους σεισμούς, διατηρώντας αναλλοίωτα τα βασικά του χαρακτηριστικά.
Το ιδιαίτερο αυτό κτίριο ακολουθεί τη νεοκλασική τυπολογία και έναν πειθαρχημένο στις κλασικές μορφές σχεδιασμό, που εκφράζει τη μνημειακότητα και την αξιοπιστία της έντονα «γραφικής» αρχιτεκτονικής.
Η ανάδειξη των όγκων με τα κατακόρυφα ανοίγματα και την εξέχουσα δύρικτη στέγη με τον πλούσιο ξύλινο διάκοσμο στο περίγραμμά της, χαρίζουν μια μοναδική πλαστική ομοιογένεια και ισορροπία στο κτίριο, δηλώνοντας έτσι το ταλέντο του σχεδιαστή του.
Η σύνθεση διακρίνεται επίσης για την εφαρμογή διακοσμητικών στοιχείων στις δύο βασικές ζώνες που περιστοιχίζουν το κτίριο, αλλά και την ήρεμη επιβλητικότητα της πρόσοψης που υπογράμμιζε τον τότε ανερχόμενο αστικό χαρακτήρα του Βόλου.
Το κτίριο συνδυάζει τη λειτουργική αναγκαιότητα με την αισθητική και λειτουργική αξία. Πρόκειται ουσιαστικά για μία σύζευξη μνημειακού και χρηστικού χαρακτήρα σε μία ενιαία μορφολογική σύνθεση.
Τον εξωτερικό περιβάλλοντα χώρο στολίζει το άγαλμα της θεάς Αθηνάς. Αυτή η μεγάλων διαστάσεων μνημειακή σύνθεση είναι το έργο του Ιταλού γλύπτη Ι. Previsan.
Το άγαλμα ακολουθεί τα κλασικά εικονογραφικά στοιχεία του συγκεκριμένου τύπου (θεά Αθηνά), έχει δηλαδή περικεφαλαία και κρατάει δόρυ και ασπίδα. Η παρουσία του αγάλματος στο συγκεκριμένο χώρο είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την ίδρυση του σιδηροδρομικού σταθμού και την πρώτη λειτουργία της πρώτης αμαξοστοιχίας. Το μνημείο προσφέρει μία ξεχωριστή αισθητική αξία και αρμονία και δένει απόλυτα με το κομψό και επιβλητικό κτίριο του σταθμού.
Στο κτίριο του σταθμού, στον πρώτο όροφο, ο οποίος χρησίμευε ως χώρος κατοικίας για τον εκάστοτε σταθμάρχη, λειτουργεί εδώ και δώδεκα χρόνια το σιδηροδρομικό μουσείο Θεσσαλίας.
Στο μουσείο διασώζεται και εκτίθεται ένα πλούσιο τεκμηριακό και κειμηλιακό υλικό σχετικά με την ιστορία των σιδηροδρόμων. Συγκεκριμένα, μπορεί κανείς να θαυμάσει παλιές φωτογραφίες, τηλέγραφους, ρολόγια σταθμού, στολές εποχής, εκδοτήρια εισιτηρίων, εξαρτήματα μηχανών, έγγραφα, αρχεία, βιβλία για την αρχιτεκτονική των σιδηροδρόμων, σχέδια του Εβάριστο Ντε Κίρικο και πλήθος άλλων μικροαντικειμένων που αποτελούσαν σημαντικά ιστορικά ντοκουμέντα για την εποχή. Το μουσείο βρίσκεται ακόμη σε πρωταρχικό στάδιο αλλά με τη βοήθεια και την προσπάθεια των «φίλων των τρένων», εμπλουτίζεται συνεχώς με νέο υλικό και στόχο έχει να γίνει ένα σύγχρονο μουσείο, που θα πληρεί όλες τις βασικές προδιαγραφές.
Το κτίριο του σταθμού, μαζί με άλλα σημαντικά δημόσια κτίρια, όπως το κτίριο Σπίρερ, το δημαρχείο, η βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου Θεσσαλίας και το κτίριο τέχνης Τζόρτζιο Ντε Κίρικο, αποτελεί μάρτυρα της χρηστικής πολεοδομικής συνέχειας της πόλης. Δεσπόζει με το μοναδικό του τρόπο και κατέχει σημαντική θέση στην ιστορία του τόπου. Η εμφανής μνημειακή του υπόσταση και τα εντυπωσιακά νεοκλασικά του στοιχεία θαμπώνουν κυριολεκτικά τον επισκέπτη. Το κτίριο αποτέλεσε για την εποχή του μια νέα αισθητική έκφραση και αποτελεί για τη σημερινή εποχή ένα σίγουρα αξεπέραστο, αδιαμφισβήτητο αριστούργημα.

Ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης: η ζωή του, η δράση του και η προσφορά του στην πόλη του Βόλου


Ο Δημήτρης Πικιώνης ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος και προασπιστής της ελληνικής τέχνης που πήγαζε από την παράδοση και την ιστορία. Αρχιτέκτονας, στοχαστής, σκηνογράφος, πολεοδόμος, ζωγράφος και φιλόσοφος, διεύρυνε τους ορίζοντες της ελληνικής αρχιτεκτονικής και δόξασε το ελληνικό τοπίο και τη λαϊκή τέχνη όσο κανένας άλλος.
Γεννημένος στον Πειραιά το 1887 από Χιώτες γονείς, εξέφρασε τις καλλιτεχνικές του τάσεις στην ζωγραφική από μικρή ηλικία, ενώ η αρχιτεκτονική αποτέλεσε για τον ίδιο αντικείμενο αισθητικής θεώρησης, καθώς του ασκούσε μία ιδιαίτερη έλξη. Το 1904, θα μπει στο τμήμα πολιτικών μηχανικών του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου Αθηνών και το 1908, διπλωματούχος πλέον, θα συνεχίσει τις σπουδές του στο ελεύθερο σχέδιο και τη γλυπτική στο Μόναχο. Το 1909 – 1912 θα μεταβεί στο Παρίσι και θα ασχοληθεί με την σπουδή της ζωγραφικής και του σχεδίου, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα αρχιτεκτονικών συνθέσεων. Το 1912 – 1918 θα επιστρέψει στην Ελλάδα και το 1925 θα εκλεχθεί στην έδρα της Διακοσμητικής της Πολυτεχνικής Σχολής Αθηνών και θα δημοσιεύσει το άρθρο «Η λαϊκή τέχνη και εμείς».
Γεμάτος ιδέες, φιλοδοξίες και πλήρως καταρτισμένος σε γνώσεις, θα αναλάβει δράση στον ελληνικό χώρο. Πρώτο του έργο αποτελεί η οικία Μωραΐτη στις Τζιτζιφιές (1912 – 1923). Το 1932 κτίζει το δημοτικό σχολείο στα Πευκάκια του Λυκαβηττού και το θερινό θέατρο της Μαρίνας Κοτοπούλη (ακολουθώντας τις βασικές αρχές του αρχαίου και του ιαπωνικού θεάτρου), ενώ το 1935 κτίζει το πειραματικό σχολείο στη Θεσσαλονίκη.
Το 1949 θα αναλάβει για άλλη μια φορά το κτίσιμο μιας οικίας, της οικίας – εργαστηρίου της γλύπτριας Φρόσως Ευθυμιάδη Μενεγάκη στα Άνω Πατήσια. Την περίοδο 1951 – 1957 θα αναλάβει τη δημιουργία διαμόρφωσης αρχαιολογικού χώρου γύρω από την περιοχή της Ακρόπολης και το 1961 – 1964 θα δημιουργήσει την παιδική χαρά της Φιλοθέης, ένα μοναδικό και ιδιαίτερα αξιόλογο έργο στο οποίο θα ενσωματώσει τα ελληνικά με τα ανατολίτικα στοιχεία. Τέλος, το 1961 θα εκλεχθεί τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ο ίδιος έγραψε πολλά δοκίμια, το εκτενέστερο όμως και περισσότερο γνωστό, είναι το δοκίμιο που ασχολείται με «το πρόβλημα της μορφής». Το δοκίμιο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αναφέρεται στην ιστορική μορφή και στη λαϊκή παράδοση και στο δεύτερο γίνεται διατύπωση βασικών θέσεων από τον ίδιο για τη σχέση των σύγχρονων αρχιτεκτονικών εφαρμογών με τη λαϊκή τέχνη.
Ήταν λάτρης της παράδοσης και του ελληνικού στοιχείου, αλλά και άνθρωπος με ξεχωριστές αισθητικές και φιλοσοφικές ανησυχίες, που θα εισάγει στον ελληνικό χώρο της αρχιτεκτονικής καινούριες και σύγχρονες ευρωπαϊκές τάσεις.
Η συνύπαρξη της μοντέρνας και παραδοσιακής αρχιτεκτονικής θα κυριαρχήσει σε κάποια από τα έργα του, όπως στην περίπτωση της οικίας της γλύπτριας Μενεγάκη, όπου ο συγκερασμός αυτών των δύο στοιχείων θα λειτουργήσει στην αισθητική του χώρου με ένα ιδιαίτερα ανορθόδοξο τρόπο.
Η φύση για τον Δημήτρη Πικιώνη παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στα έργα του. Η φύση ταυτίζεται με το ελληνικό τοπίο και τον ελληνικό πολιτισμό. Είναι ο χώρος όπου πραγματώνονται οι ανθρώπινες δράσεις, ο χώρος όπου διηγείται τη δική του μοναδική ιστορία, η οποία εξελίσσεται παράλληλα με τον τόπο. Η φύση δεν αποτελεί ένα σταθερό σημείο για την τέχνη του Πικιώνη, αλλά ένα στοιχείο διαμόρφωσης που ακολουθεί την ανθρώπινη πορεία, δεν είναι ουδέτερη και κενή, αλλά συμμετέχει στα ανθρώπινα δρώμενα και καθορίζεται από αυτά.
Ιδιαίτερα σημαντικά έργα, όπως προαναφέραμε, αποτελούν τα δύο σχολεία, το σχολικό κτίριο στα Πευκάκια του Λυκαβηττού και το πειραματικό σχολείο στη Θεσσαλονίκη. Στα δύο αυτά έργα διακρίνεται η επίδραση της λαϊκής παράδοσης, περισσότερο στο σχολικό κτίριο της Αθήνας, όπου αποτυπώνεται καθαρά το αρχαίο ελληνικό στοιχείο σε σχέση με το σχολικό κτίριο της Θεσσαλονίκης, όπου υπάρχει για άλλη μια φορά η σύνθεση μοντέρνας και λαϊκής αρχιτεκτονικής. Ωστόσο και στα δύο έργα αποτυπώνονται καθαρά οι διαχρονικές αξίες του ελληνικού πολιτισμού και η αυθεντικότητα της λαϊκής και σύγχρονης τέχνης (για την κάθε περίπτωση σχολικού κτιρίου).
Εξίσου σημαντικό είναι και το έργο διαμόρφωσης του αρχαιολογικού χώρου στον περίγυρο της Ακρόπολης, στο λόφο του Φιλοπάππου. Ο ίδιος επιθυμούσε ο λόφος να είναι ελεύθερα προσβάσιμος από τον επισκέπτη, με καλαίσθητα μονοπάτια και δεντροφυτεύσεις, προσφέροντας έναν θαυμάσιο χώρο θέασης της Ακρόπολης και του ευρύτερου αρχαιολογικού χώρου.
Τα μεγάλα του έργα δεν περιορίστηκαν ωστόσο μόνο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ο Βόλος είχε την τιμή να είναι μία από τις πόλεις που ο γνωστός αρχιτέκτονας άφησε τη δική του προσωπική σφραγίδα, με ένα έργο που αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την ιστορία του τόπου.
Μετά τους σεισμούς του ’55 που κατέστρεψαν κυριολεκτικά τον πολεοδομικό ιστό της πόλης, δημιουργήθηκε η ανάγκη στέγασης του δημαρχείου. Σε μία συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου τέθηκε το θέμα αναζήτησης νέου δημαρχείου. Μια ιδέα που έγινε πράξη στην πορεία. Ο τότε δημοτικός σύμβουλος Κίτσος Μακρής ανέθεσε υπεύθυνο του έργου τον Δημήτρη Πικιώνη, τον ξεχωριστό και πλέον έμπειρο αρχιτέκτονα, ο οποίος θα κατασκεύαζε ένα αρχιτεκτονικό μνημείο μοναδικό και ασύλληπτο για τα τότε δεδομένα.
Ο Βόλος και ο χώρος της Μαγνησίας για τον Δημήτρη Πικιώνη δεν ήταν μέρη άγνωστα. Ο ίδιος το 1939 είχε επισκεφτεί τη Ζαγορά για να μελετήσει την αρχιτεκτονική παράδοση του οικισμού και είχε δημοσιεύσει εκείνη την περίοδο τη βραβευμένη σειρά «η ελληνική λαϊκή τέχνη». Από τον Βόλο επίσης προέρχονταν και ο πολύ καλός του φίλος, ο ζωγράφος Τζόρτζιο ντε Κίρικο.
Ο Δημήτρης Πικιώνης για να σχεδιάσει το δημαρχείο της πόλης έπρεπε να γνωρίσει καλύτερα τον πολεοδομικό χαρακτήρα του Βόλου, καθώς και την αρχιτεκτονική παράδοση της περιοχής, γιατί ήθελε να συνδέσει το νέο κτίριο με τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του τόπου.
Ο προσανατολισμός του σχεδίου επικεντρώθηκε τελικά στην υιοθέτηση παραδοσιακών στοιχείων της λαϊκής πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής, καθώς θεωρούσε ότι η πόλη του Βόλου καθορίζονταν από το περιβάλλον του γειτονικού Πηλίου.
Η δομή, η κατασκευαστική και λειτουργική αισθητική, καθώς και η αρμονία στο σχήμα και την ποιότητα των υλικών των παραδοσιακών οικισμών του Πηλίου, που εντυπωσίαζαν από πάντα τον Πικιώνη, ενσωματώθηκαν εξ ολοκλήρου στο νέο αυτό κτίριο.
Το κτίριο σχεδιάστηκε το 1960 – 1965 και το 1970 κτίστηκε. Το ιδιαίτερο αυτό κτίσμα αποτέλεσε γνήσιο δείγμα πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής και υιοθέτησε όλα τα τοπικά και παραδοσιακά στοιχεία, τόσο στον εξωτερικό όσο και στον εσωτερικό χώρο.
Ο Πικιώνης ήθελε το κτίριο να βρίσκεται σε μία προνομιακή θέση, όπου θα μπορούσε να το θαυμάσει κανείς απ’ όλες τις πλευρές της πόλης. Πράγματι, ο προσανατολισμός του κτιρίου στράφηκε προς την παλιά αλλά και τη νέα πόλη, τοποθετημένο στους πράσινους πνεύμονες του πάρκου Ρήγα Φερραίου, με θέα τη θάλασσα και το λιμάνι από τη μία πλευρά και το Πήλιο από την άλλη και σε σημείο όπου συνδέονται πολλές κεντρικές λεωφόροι της πόλης.
Ο γνωστός αρχιτέκτονας κατάφερε να αποδώσει στο κτίριο τις αναλογίες ενός πραγματικού αρχιτεκτονικού μνημείου, με μοναδική αισθητική μορφή και ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά στοιχεία, που αντανακλούσαν και μαρτυρούσαν την ιστορική μνήμη της πόλης.
Τα έργα του Δημήτρη Πικιώνη δεν ήταν μόνο αυτά. Πλήθος άλλων έργων, αρχιτεκτονικών σχεδίων, μελετών και δοκιμίων συνόδευσαν τη συνολική του δράση και πορεία.
Αυτό που ξεχώριζε όμως την τέχνη του Πικιώνη από την τέχνη των άλλων συναδέλφων του ήταν ότι δεν αντιμετώπιζε την αρχιτεκτονική ως ένα θέμα απλό και τεχνικό, αλλά ως ένα καθαρά πολιτισμικό αγαθό με ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Ενδιαφέρονταν βαθιά για το νεοελληνικό πολιτισμό και προσπάθησε να κτίσει την παράδοση με φυσικά, τεχνικά, παραδοσιακά και σύγχρονα υλικά, ακολουθώντας μία χειρονακτική νοοτροπία.
Η τέχνη του είχε κοινωνικό χαρακτήρα. Βοήθησε τους ανθρώπους να αποκτήσουν αυτοσυνείδηση και να γνωρίσουν όχι μόνο τον εαυτό τους, αλλά και το περιβάλλον τους, αντιλαμβανόμενοι όλο το φάσμα της πραγματικότητας που ήταν ταυτισμένη με την ιεράρχηση των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής. Ήταν και είναι η τέχνη που συγκινεί, εξευγενίζει τα συναισθήματα και κτίζει την κοινωνική συνειδητοποίηση.
Η τέχνη του εκδηλώθηκε σε όλες της τις εκφάνσεις (αρχιτεκτονική, ζωγραφική, φιλοσοφία, κτλ) και αποτέλεσε για τον ίδιο μια μορφή ανάπλασης με λόγο, εικόνα και κίνηση εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας. Αποτέλεσε έκφραση της ανθρώπινης ψυχής, αλλά και συμφιλίωσης του ανθρώπου με τη φύση, η οποία έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στα έργα του.
Ο Δημήτρης Πικιώνης ήταν ένας άνθρωπος φιλόδοξος, δραστήριος, με ζωντανό πνεύμα. Μύστης της φυσικής ομορφιάς και της λαϊκής παράδοσης, που κατάφερε να δώσει στα έργα του μια ζωγραφική και χειροτεχνική χροιά. Υπηρέτησε τη μεγάλη του αγάπη, την αρχιτεκτονική, με τη ψυχή του ποιητή, του ζωγράφου και του φιλόσοφου. Πέθανε στις 28 Αυγούστου του 1968, έχοντας καταξιωθεί, αναγνωρισθεί και τιμηθεί για το έργο του και έχοντας ικανοποιήσει τη δίψα του για μάθηση και τις φιλοσοφικές του ανησυχίες. Έρευνες ακόμη και σήμερα ασχολούνται με το πολύπλευρο έργο του, καθώς έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα, δοκίμια, διδακτορικές διατριβές και δημοσιεύσεις που αφορούν τη συνολική του δράση και προσφορά.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Βόλος: μία πόλη με μεγάλη βιομηχανική ιστορία


Η ανάπτυξη της βιομηχανίας κατά το παρελθόν στην πόλη του Βόλου αποτέλεσε το βασικό συντελεστή της συνολικής εξελικτικής πορείας της πόλης και της ευρύτερης περιοχής. Ο βιομηχανικός παράγοντας υπήρξε ο κύριος δείκτης της αντίστοιχης οικονομικής πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης και ευμάρειας της πόλης.
Το 1881, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και του Βόλου στο ελληνικό κράτος, ξεκινάει μια περίοδος οικονομικής ανάπτυξης και άνθησης της πόλης. Παρατηρούνται αυξημένες οικοδομικές και πολεοδομικές δραστηριότητες, καθώς και διαδοχική εξέλιξη των τοπικών βιοτεχνιών σε κύριες βιομηχανίες. Η πόλη οργανώνεται με γρήγορους ρυθμούς και μετατρέπεται σε σημαντικό βιομηχανικό κέντρο.
Τα βιομηχανικά συγκροτήματα αποτελούν τους βασικούς πυρήνες της οικονομικής ζωής της πόλης. Κύριοι κλάδοι των βιομηχανικών επιχειρήσεων είναι η μεταλλουργία, η υφαντουργία, η βυρσοδεψία και η κεραμουργία.
Η πόλη του Βόλου χάρη στο λιμάνι και την εμπορική του δραστηριότητα, καθώς και της σημαντικής της γεωγραφικής θέσης, αποτελεί τη βασικότερη πόλη της Θεσσαλίας και φέρει τον τίτλο της θεσσαλικής πρωτεύουσας.
Η εξέλιξη της βιομηχανίας επηρεάζει με τη σειρά της και καθορίζει τον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Η οικονομική ακμή που συνοδεύει την ανάπτυξή της (της βιομηχανίας), δημιουργεί μία σημαντική κοινωνική και πολιτιστική δραστηριότητα και μετατρέπει τον Βόλο σε πόλο έλξης ατόμων διαφορετικών εθνικών και θρησκευτικών ομάδων, ενώ η οικονομική αίγλη που συγκεντρώνεται στην πόλη, προσφέρει περισσότερες δυνατότητες πολιτιστικής ανάδειξης και ανέλιξής της, τόσο στον ελληνικό όσο και στον διεθνή χώρο.
Με την μικρασιατική καταστροφή έχουμε την εγκατάσταση προσφύγων στην πόλη του Βόλου. Ο Βόλος είναι η μοναδική πόλη της Θεσσαλίας που δέχεται τόσο μεγάλο αριθμό προσφύγων. Οι πρόσφυγες αποτελούν το νέο εργατικό δυναμικό που θα συμβάλλει στην αύξηση της βιομηχανικής δραστηριότητας. Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος θα ανακόψει προσωρινά την οικονομική εξέλιξη της πόλης, ενώ την περίοδο 1941-1944 ο Βόλος θα βιώσει την ιταλική και αργότερα τη γερμανική κατοχή. Μεταπολεμικά ο Βόλος θα εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα πολεοδομικά συγκροτήματα της Ελλάδας, με ανάλογη βιομηχανική ανάπτυξη. Καταλυτική ημερομηνία για την πόλη του Βόλου είναι το έτος 1955, με τους δύο σεισμούς και τις πλημμύρες της ίδιας χρονιάς που θα καταστρέψουν σχεδόν ολοσχερώς την πόλη και θα αλλοιώσουν την αρχική της αρχιτεκτονική φυσιογνωμία.
Μετά τους σεισμούς, επέρχεται μία περίοδος οικονομικής κρίσης για τη βιομηχανική δραστηριότητα του Βόλου, η οποία μειώνεται κατά το ήμισυ. Μεγάλα εργοστάσια, όπως η καπνοβιομηχανία Ματσάγγου, η υφαντουργία Παπαγεωργίου και οι σιδηρουργίες Γκλαβάνη, θα πάψουν να λειτουργούν. Με το σχετικό νόμο του 1965 έχουμε εγκατάσταση νέων βιομηχανικών μονάδων στην πόλη, οι οποίες άρχισαν να λειτουργούν το 1969, οδηγώντας τη βιομηχανία σε προσωρινή άνθηση, η οποία όμως δε θα κρατήσει για πολύ. Από το 1980 και μετά παρατηρείται πλήρης αποβιομηχάνιση της πόλης και έκρηξη της ανεργίας.
Η βιομηχανία αποτέλεσε για τον Βόλο το βασικό μέσο οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής προβολής της πόλης στο παρελθόν. Με την ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής ο αναπτυσσόμενος αστικός χώρος του Βόλου έγινε χώρος συσσώρευσης κεφαλαίου και εργατικής δύναμης, ενώ ο κοινωνικός χώρος αποτέλεσε το πλαίσιο όπου αναβίωσε μια μεγάλη κοινωνικο-οικονομική δύναμη. Η πόλη διαμορφώθηκε ουσιαστικά μέσα από τις διαδικασίες εκβιομηχάνισης, οι οποίες επέδρασαν σε κάθε τομέα της ζωής των πολιτών και λειτούργησαν καταλυτικά για την μετέπειτα πορεία της πόλης.
Σήμερα τα βιομηχανικά κτίρια του Βόλου ξαναζούν, θυμίζοντας τον πλούτο του παρελθόντος. Ο Βόλος υιοθέτησε μια πολιτική ανάπτυξης που στηρίχθηκε στην προστασία, την αναβίωση και την αξιοποίηση των παλιών βιομηχανικών κτιρίων, με κύριο στόχο τη διαφύλαξη των στοιχείων της βιομηχανικής παράδοσης και ιστορίας.
Έτσι, παλιά βιομηχανικά κτίρια του παρελθόντος επαναχρησιμοποιήθηκαν και πολλά από αυτά μετατράπηκαν σε κτίρια δημόσιας χρήσης. Μερικά από τα βασικότερα κτίρια που χρησιμοποιήθηκαν είναι τα εξής: Η καπναποθήκη Παπαστράτου που σήμερα στεγάζει το πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και αποτελεί το κτίριο σύμβολο της πόλης του Βόλου. Το κτίριο Σπίρερ όπου στέγαζε την καπναποθήκη του οίκου Χέρμαν Σπίρερ και όπου σήμερα ένα μέρος του στεγάζει τις υπηρεσίες της πολεοδομίας και το υπόλοιπο φιλοξενεί πολιτιστικά γεγονότα, καθώς και το κτίριο της παλιάς ηλεκτρικής, όπου το 1911 αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες μονάδες ηλεκτρικού ρεύματος στην Ελλάδα και που σήμερα φιλοξενεί δραστηριότητες Μουσικού κέντρου Θεάτρου. Ένα επίσης σημαντικό κτίριο είναι το συγκρότημα Λούλη, όπου αποτελούσε τον πρώτο ατμόμυλο της περιοχής από το 1918 και όπου σήμερα το κτίριο λειτουργεί ως πολυχώρος ψυχαγωγίας (κινηματογραφική αίθουσα Village). Ένα ακόμα σημαντικό κτίριο είναι το εργοστάσιο Μουρτζούκου Λεβαθιάν, που αποτέλεσε το δεύτερο μεγάλο υφαντουργείο της πόλης από το 1800 ως το 1954. Σήμερα το κτίριο ανήκει στον οργανισμό σχολικών κτιρίων. Τέλος έχουμε τα κτίρια που στεγάζονται σήμερα οι πολυτεχνικές σχολές στο πεδίο του Άρεως, τα οποία στο παρελθόν λειτουργούσαν ως μονάδες χυτηρίων και αποθήκες πρώτων υλών, καθώς και τις παλιές αποθήκες της βιομηχανίας Ματσάγγου στο Φυτόκο, που σήμερα φιλοξενούν τη γεωπονική σχολή.
Ο Βόλος υπήρξε παράδειγμα πόλης αποδόμησης και αξιοποίησης της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Η πόλη ανακαίνισε ριζικά ή με συμπληρωματικές επιμέρους κατασκευές πολλά βιομηχανικά κατάλοιπα, μετατρέποντάς τα σε ενθυμήματα του παρελθόντος και μάρτυρες εκείνης της εποχής, όπου η συνεισφορά της βιομηχανίας στην πόλη του Βόλου υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμη και εποικοδομητική.