Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Ο αρχαιολόγος Γεώργιος Χ. Χουρμουζιάδης και η δράση του στο μουσείο του Βόλου


Η πορεία του Γεώργιου Χουρμουζιάδη στο χώρο της αρχαιολογίας είναι μία πορεία προσωπικής δημιουργίας, ανθρώπινης δράσης και προσφοράς, που καθοδη-γείται και νοηματοδοτείται από τη μεγάλη του αγάπη για το παρελθόν, μια αγάπη που την ασπάζεται και που την ακολουθεί σε όλη του τη ζωή.
Ο Γεώργιος Χουρμουζιάδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1935, όπου και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Το 1972 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή και το 1973 αναγορεύτηκε διδάκτορας του Α.Π.Θ. Το 1976-1977 μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία με υποτροφία του ιδρύματος Hubold στη Χαϊδελμβέργη, ενώ το 1981 εκλέχτηκε καθηγητής προϊστορικής αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. και το 1985 έγινε αντιπρύτανης.
Η πορεία του στο Βόλο ξεκινάει το 1966, όταν ακόμη νεαρός επιμελητής αρχαιοτήτων διορίζεται στην εφορεία προϊστορικών και κλασικών αρχαιοτήτων του Βόλου, φέρνοντας μαζί του μία νέα ώθηση που θα τον βοηθήσει να υλοποιήσει τις πνευματικές του ανησυχίες, τα όνειρα και τις επιδιώξεις του. Στη συνέχεια γίνεται έφορος της αρχαιολογικής υπηρεσίας Βόλου και πραγματοποιεί μία πληθώρα ανασκαφών με πιο γνωστές τις ανασκαφές του Διμηνίου, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύει το 1977 στο βιβλίο του, «Το Νεολιθικό Διμήνι».
Η μεγάλη του συμβολή στο μουσείο του Βόλου ήταν το 1977-1979, όπου οργανώνει την έκθεση των ταφικών εθίμων της αρχαιότητας και την έκθεση των ευρημάτων νεολιθικού οικισμού στη Θεσσαλία, με έναν ιδιαίτερα πρωτοποριακό για την εποχή του τρόπο, δίνοντας έμφαση στο γνωστικό πολιτιστικό περιεχόμενο του μουσείου.
Για πρώτη φορά στο μουσείο του Βόλου στόχο δεν αποτελεί απλά η έκθεση αντικειμένων, αλλά η κατάργηση της στατικότητας και η προσπάθεια επανα-προσέγγισης του κόσμου μέσω κίνησης και φωτισμού. Υιοθετεί επίσης μία νέα πρωτοποριακή προσέγγιση σε ότι αφορά την οργάνωση της έκθεσης, η οποία δίνει έμφαση στη δυναμική σχέση του αρχαίου αντικειμένου με τον ανθρώπινο παράγοντα, παρέχοντας πληροφορίες σχετική με την παραγωγική διαδικασία δημιουργίας του πρώτου, επιτυγχάνοντας με αυτόν τον τρόπο να κεντρίσει και να γονιμοποιήσει την κριτική σκέψη του κοινού.
Το 1981 διορίστηκε καθηγητής στην έδρα προϊστορικής αρχαιολογίας του Α.Π.Θ., φεύγοντας από το μουσείο του Βόλου, χωρίς ωστόσο να πάψει να ασχολείται με την ανασκαφική έρευνα, τις δημοσιεύσεις και τα περιοδικά.
Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του μιλούν για έναν άνθρωπο με ευγενείς στόχους και ιδανικά, που κατάφερε να τους μυήσει με το δικό του ξεχωριστό τρόπο στα μυστικά της αρχαιολογικής έρευνας. Πρωτοπόρος, εισηγητής καινοτόμων επιστη-μονικών προσεγγίσεων και εκφραστής της νέας αρχαιολογίας που στηρίζονταν στην αναπροσαρμογή και αναδιατύπωση καθιερωμένων θεωρητικών σχημάτων, έδωσε το δικό του στίγμα στο ιστορικό γίγνεσθαι της εποχής του και του τόπου μας.
Για τον Γεώργιο Χουρμουζιάδη η ανασκαφή είναι μία διαδικασία ενθου-σιασμού, πάθους και επαλήθευσης που έχει τις καλές και τις κακές της στιγμές, ένα ρομαντικό και γοητευτικό ταξίδι στη συγκίνηση και τον ενθουσιασμό, μία «περιπέτεια» με τελικό προορισμό το παρελθόν.

Το ιδεολογικό υπόβαθρο των αρχαίων ελληνικών πόλεων


Η πόλη στην αρχαιότητα δεν αποτελούσε απλά μια οικοδομική οντότητα όπως στη σημερινή εποχή, αλλά αντανακλούσε μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στο φυσικό χώρο, τον ανθρώπινο παράγοντα και τον πολεοδομικό σχεδιασμό εξασφαλίζοντας την πλήρη ισορροπία.
Η οργάνωση της κοινωνίας τόσο σε χωρικό – φυσικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό χαρακτηρίζονταν από πλήρη συμμετρία, η οποία διαμόρφωνε τις βάσεις για την ανάδειξη της έννοιας της ισότητας, της ισοτιμίας και της συμμετοχής στα κοινά.
Απαραίτητο στοιχείο στη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης έπαιζε η έννοια του μέτρου, η έννοια δηλαδή της μεσότητας, η οποία κατείχε πολύ σημαντική θέση στο σύστημα της ηθικής εφόσον ταυτίζονταν με την αρετή.
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, πόλη είναι η δημιουργία μιας δίκαιης πολιτείας που θα έχει ως άμεσο στόχο την αρμονική συμβίωση των πολιτών της. Βασικό στοιχείο μιας άρτιας και ιδεώδους πολιτειακής οργάνωσης ήταν η εξασφάλιση του «καλού» και «αγαθού» στους κόλπους της κοινωνίας και η απαλοιφή κάθε είδους κακού.
Για την επίτευξη μιας ιδανικής πολιτείας απαραίτητη ήταν η δημιουργία ενός νομοθετικού πλαισίου και μιας σωστής οργάνωσης του χώρου της πόλης, η οποία θα προστάτευε τους πολίτες της, όχι μόνο με τη δημιουργία φυσικών τοιχών αλλά και με τη δημιουργία «ζωντανών» τοιχών, αφού οι οίκοι με την ομοιόμορφη διάταξή τους θα αποτελούσαν μία ενιαία ασπίδα προστασίας των πολιτών και των οικογενειών τους.
Βασικές έννοιες για τη λειτουργία μιας αρμονικής κοινωνίας ήταν οι έννοιες της ευνομίας και της ευταξίας, η διατήρηση των οποίων λειτουργούσε σε άμεση συνάρτηση με το μέγεθος της πόλης, καθώς τα όρια κάθε πόλης δε θα έπρεπε να είναι ανεξέλεγκτα, αλλά θα έπρεπε να υπακούν σε διάφορους κανόνες.
Στην παραπάνω άποψη βρίσκουμε σύμφωνο και το μαθητή του Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, ο οποίος δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην έννοια της ισονομίας και της ισότητας. Οι νόμοι της πολιτείας, σύμφωνα με τον ίδιο, έχουν καθολικό κύρος, είναι ρυθμιστές της κοινωνικής συμπεριφοράς και βασικός τους ρόλος είναι να διατηρούν την τάξη, την αρμονία, την κοινή συμβίωση και την ισορροπία. Απαραίτητη για την εξασφάλιση της ισορροπίας των ανθρώπινων σχέσεων είναι η δικαιοσύνη που πρέπει να υπάρχει σε κάθε πολίτη, ενώ ως το ύψιστο αγαθό θεωρεί την ευδαιμονία, που υπαγορεύει στα άτομα να ζουν σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου και της ηθικής.
Εξίσου σημαντική είναι και η αντίληψη του Μιλήσιου αρχιτέκτονα, φιλόσοφου και πολεοδόμου του 5ου αιώνα, Ιππόδαμο, ο οποίος προτείνει μία νέα κοινωνική οργάνωση του χώρου, εντελώς αντίθετη από εκείνη που είχε οραματιστεί ο Κλεισθένης. Η βασική αρχή του Ιπποδάμειου συστήματος, το οποίο κυριάρχησε σε όλες τις νέες πόλεις της κλασικής εποχής, ήταν η χάραξη παράλληλων δρόμων, οι οποίοι τέμνονται κάθετα δημιουργώντας οικοδομικά τετράγωνα και πλατείες, δίνοντας με αυτή τη νέα οργάνωση του χώρου την κύρια προτεραιότητα στο δημόσιο χώρο, σε αντίθεση με τον ιδιωτικό ο οποίος περιορίστηκε.
Η «δημόσια» εστία σε αντίθεση με την «ατομική» εστία του οίκου, γίνεται ο χώρος όπου εκπληρώνεται η ισότιμη ελευθερία, γίνεται ο χώρος όπου εκφράζεται η πολιτική βούληση και ο ελεύθερος ορθός λόγος, γίνεται ο χώρος δηλαδή της αγοράς, η οποία εκφράζει την αυτονομία και την πολιτική δράση των πολιτών.
Πολλοί λοιπόν φιλόσοφοι, πολεοδόμοι, αρχιτέκτονες κτλ από την κλασική εποχή αλλά και πιο πριν, είχαν αναπτύξει τις βασικές τους θεωρίες σε θέματα που αφορούσαν την οργάνωση της πόλης. Οι ίδιοι έδωσαν βαρύτητα στη συμβολική διάσταση της οργάνωσης του χώρου και στην υποτιθέμενη κοσμική τάξη που αντικατόπτριζε το δημιούργημα της αρχαίας ελληνικής πόλης, το οποίο ακολουθούσε ένα ιδεολογικό σκοπό που εξέφραζε τις υπάρχουσες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες.

Η δημόσια γλυπτική του Βόλου




Η δημόσια γλυπτική αποτελεί μία ξεχωριστή καλλιτεχνική δημιουργία, η ιδιαιτερότητα της οποίας έγκειται στους στόχους, το νόημα, τις συμβολικές και πολιτικές χρήσεις ενός μνημείου, αλλά και στο προσωπικό ιδίωμα του καλλιτέχνη και τις προσδοκίες των παραγγελιοδοτών.
Η μεγαλύτερη ωστόσο σημασία των γλυπτών είναι ότι συνδέονται άρρηκτα με την έννοια της μνήμης και της υπενθύμισης. Τα γλυπτά αποτελούν βασικούς μάρτυρες του παρελθόντος που αποκαλύπτουν παράλληλα σημαντικές ιστορικές αλήθειες. Το δημόσιο γλυπτό λειτουργεί ως ένα οπτικό ερέθισμα που στόχο έχει να διεγείρει και να ανακαλέσει τη μνήμη μέσω του νοήματός του.
Στο Βόλο, όπως και σε άλλες πόλεις, η δημόσια γλυπτική άνθισε κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου. Ακολουθώντας το παράδειγμα της Αθήνας, η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από τον 19ο αιώνα να εμπλουτίζεται με δημόσια έργα, φιλοξένησε σε πλατείες και σε δημόσιους χώρους πολλά υπαίθρια γλυπτά, όπως ανδριάντες, ευεργέτες, πολιτικούς, ανθρώπους του πνεύματος, κτλ.
Έργα με ιδιαίτερη αισθητική και γούστο, που ήταν παράλληλα επιφορτισμένα με τη δική τους αποστολή. Έργα δηλαδή που απευθύνονταν στο κοινό και είχαν διδακτικό χαρακτήρα, έργα που είχαν σκοπό να εξάρουν το συναίσθημα του ηρωισμού και της προσφοράς ή έργα που λειτουργούσαν καθαρτικά και λυτρωτικά από ένα τραυματικό παρελθόν. Οποιοσδήποτε και να ήταν ο σκοπός τους, τα δημόσια έργα ήταν απόλυτα συνυφασμένα με το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο της εποχής, αντανακλώντας παράλληλα ένα συμβολικό περιεχόμενο και χαρακτήρα.
Ο Βόλος είναι μία πόλη που έχει μια μοναδική αλλά και ιδιαίτερη σχέση με τα δημόσια γλυπτά, αφού αυτά (τα δημόσια γλυπτά) είναι διάσπαρτα στις κεντρικές πλατείες και στους περισσότερους ανοιχτούς χώρους, προσδίδοντας στην πόλη μια ιδιαίτερη διακοσμητική και καλλιτεχνική αξία.
Τα περισσότερα, ωστόσο, γλυπτά του Βόλου είναι συνυφασμένα με την ανάγκη της υπενθύμισης του παρελθόντος και της ενεργοποίησης της μνήμης. Έτσι οι στήλες, τα ηρώα-μνημεία και οι προτομές – πορτραίτα υπερτερούν από τα υπαίθρια γλυπτά και τις γλυπτικές συνθέσεις.
Στην περίπτωση της δημόσιας γλυπτικής του Βόλου, τα μνημεία συνδέονται επίσης και με τον μύθο, εκφράζοντας μία ανιστορική αντίληψη του παρελθόντος. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια ο γλυπτικός διάκοσμος της πόλης ακολούθησε ένα σύγχρονο πνεύμα, με ιδιαίτερες δημιουργίες από μάρμαρο και πέτρα, εμπνευσμένες από αφηρημένες συνθέσεις και προικισμένες με υπερβατικές, συμβολικές και αναπαραστατικές πολλές φορές ιδιότητες.
Οι χρήσεις των δημόσιων μνημείων είναι κυρίως κοινωνικές και απευθύνονται στο ευρύ κοινό, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στους καλλιτέχνες να εκφραστούν μέσα από αυτό. Η βασική αποστολή της μνημειακής γλυπτικής είναι η ανανέωση, η ενεργοποίηση και η ανάκληση της σχέσης μας με το παρελθόν. Για να γίνει, ωστόσο, ένα μνημείο αποδεκτό από το κοινό, θα πρέπει αυτό να καταστήσει σαφές και κατανοητό το νόημα και τη σημασία του πέρα από την καλλιτεχνική του λειτουργία.
Ο Βόλος αποτελεί μία από τις πιο οργανωμένες ελληνικές πόλεις σ’ ότι αφορά την επάρκεια και τον σχεδιασμό των δημόσιων χώρων. Ο δημόσιος χώρος της πόλης αποτελεί το σπουδαιότερο κομμάτι της. Είναι ο χώρος όπου εξασφαλίζει τη συλλογική συμβίωση και τη συνοχή των κατοίκων. Το δημόσιο μνημείο επισφραγίζει την ταυτότητα του δημόσιου χώρου και ενσαρκώνει και διαιωνίζει τη συλλογική μνήμη, εξυπηρετώντας παράλληλα τις κοινωνικές ανάγκες των πολιτών.

Διαχρονικά μνημεία και γλυπτικές συνθέσεις στο παλιό νεκροταφείο του Βόλου


Το παλιό νεκροταφείο του Βόλου ήταν το πρώτο νεκροταφείο της πόλης, το οποίο έπαψε να λειτουργεί πριν μερικά χρόνια, λόγω έλλειψης επάρκειας χώρου. Η ιδιαιτερότητα του νεκροταφείου, ωστόσο, παραμένει ξεχωριστή, καθώς γλυπτικές συνθέσεις και μνημεία ιδιαίτερης αξίας και αισθητικής στολίζουν με το δικό τους μοναδικό τρόπο το χώρο.
Ο χώρος του νεκροταφείου λειτουργεί ως μία μικροκλίμακα της τοπικής κοινωνίας του Βόλου, όπου η ένταξη των μνημείων αποτελεί πράξη φορτισμένη νοηματικά, που προσδίδει συγκεκριμένη ερμηνεία σ’αυτά (τα γλυπτά).
Τα γλυπτά που είναι ενταγμένα στον κοιμητηριακό χώρο έχουν ως απώτερο σκοπό, να διαιωνίσουν τη μνήμη των ανθρώπων που βρίσκονται θαμμένοι εκεί. Πάνω στις μαρμάρινες πλάκες είναι χαραγμένα τα ονόματα, οι ηλικίες, οι ημερομηνίες θανάτου και διάφορα άλλα στοιχεία που εξατομικεύουν τη μνήμη. Το μνημείο λειτουργεί ως μία συμβολική αναπαράσταση της συλλογικής μνήμης, μορφοποιώντας έτσι μια στιγμή του παρελθόντος που μαρτυρά μια συγκεκριμένη πράξη.
Τα μνημεία κατά κάποιον τρόπο λειτουργούν με έναν συμβολικό και εξαγνιστικό τρόπο, που σκοπό έχει να συμφιλιωθεί με την απώλεια των νεκρών και να διαδώσει παράλληλα τις ιστορικές μνήμες.
Έτσι, παραγγελίες από αναμνηστικά γλυπτά που είναι διακοσμημένα από μάρμαρο και λαξευμένα με ιδιαίτερη τέχνη και τεχνική, παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο χώρο του κοιμητηρίου.
Τα μνημεία αυτά είναι κυρίως οικογενειακά, φέρουν επιγραφές και απεικονίζονται με γλυπτές αναπαραστάσεις.
Τα έντεκα βασικότερα μνημεία που συναντά κανείς στο παλιό νεκροταφείο του Βόλου είναι τα εξής: 1) το μνημείο της οικογένειας Κυριακίδου (1915), 2) το μνημείο της οικογένειας Χατζηκυριαζή (1904), 3) τα μνημεία του Ιωάννη και της Μαρίας Κοντοσοπούλου (1914), 4) το μνημείο της Μαρίας Κοντοσοπούλου (1914), 5) το μνημείο του Κωνσταντίνου Καρτάλη (1846) (το οποίο μεταφέρθηκε από το παλιό νεκροταφείο εκεί όπου βρίσκεται σήμερα ο ναός της Αναλήψεως), 6) το μνημείο του Νικολάου Γάτσου (1938), 7) το μνημείο των παιδιών της οικείας Σχοινά, 8) το μνημείο της οικογένειας Σπυρίδη (1900), 9) το μνημείο της οικογένειας του Ν. Κοντού (1900) το οποίο μεταφέρθηκε από το πρώτο νεκροταφείο Αθηνών, 10) το μνημείο του Αντώνη Τσοποτού (1884) (που είναι ένα από τα παλιότερα και πιο καλαίσθητα γλυπτά του νεκροταφείου) και 11) το μνημείο του Άγγλου ναυαγού, από το ναυάγιο του πλοίου Devonshire, στον Παγασητικό (1929).
Για τα μνημεία αυτά εργάστηκαν πολλοί γνωστοί αρχιτέκτονες και γλύπτες, όπως ο αρχιτέκτονας Ι. Αργύρης, ο γλύπτης Ιωάννης Χαλούπης, ο γλύπτης Γιαννούλης Χαλεπάς, ο γλύπτης Νικόλας, οι αδελφοί Κοτζαμάνη, ο γλύπτης Ι. Βυτσάρης, καθώς και πολλοί άλλοι γνωστοί γλύπτες και καλλιτέχνες.
Τα ιδιαίτερα αυτά μνημεία, που ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους απλούς τάφους μέσα σ’ αυτόν τον σιωπηλό χώρο πένθους, προσφέρουν ένα ιδιαίτερο πεδίο προβολής της ατομικότητάς τους.
Τα ξεχωριστά μορφολογικά χαρακτηριστικά τους πλασίματα και η γεωμετρική αυστηρότητα που τα διέπει, σε συνδυασμό με την επιβλητική και δυναμική τους εικόνα, προσδίδουν μία εμβληματική μεγαλοπρέπεια που αποτελεί σημείο αναφοράς για το ευρύτερο περιβάλλον του κοιμητηρίου.
Τα μνημειακά αυτά σύνολα σηματοδοτούν το χώρο ως τεκμήρια μιας άλλης εποχής και δεσπόζουν επιβλητικά σ’ αυτόν, διατηρώντας αναλλοίωτη τη διαχρονικότητα και την αυτονομία τους και ακολουθώντας τη δική τους πορεία.
Ο ίδιος ο χώρος του κοιμητηρίου αντλεί την ταυτότητά του από αυτές τις μνημειακές συνθέσεις και οι ίδιες αυτές συνθέσεις αντλούν το νόημά τους από αυτόν, προσδίδοντάς του παράλληλα ένα συγκεκριμένο νοηματικό και συμβολικό περιεχόμενο.

Αφιέρωμα στον Τζόρτζιο Ντε Κίρικο, με αφορμή τα 30 χρόνια από το θάνατό του


Εκατόν είκοσι χρόνια πέρασαν από τη γέννηση και τριάντα από το θάνατο ενός μεγάλου ζωγράφου, γλύπτη και συγγραφέα ιταλικής καταγωγής, του Τζόρτζιο ντε Κίρικο, που γεννήθηκε στο Βόλο το 1888 και κατάφερε να διεκδικήσει μία πολύ σημαντική θέση ανάμεσα στους κυριότερους εκφραστές της τέχνης του 20ου αιώνα.
Ο Βόλος, αλλά και γενικότερα ο ελληνικός πολιτισμός, αποτελούσε πηγή έμπνευσης και δημιουργίας και όπως έγραψε και ο ίδιος σε ένα αυτοβιογραφικό του κείμενο «…Πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου στη γη του Κλασικισμού, έπαιξα στις ακτές που είδαν την Αργώ να ξεκινάει το ταξίδι της, στους πρόποδες του βουνού που ήταν μάρτυρας στη γέννηση του γοργοπόδαρου Αχιλλέα και στις σοφές νουθεσίες του δασκάλου Κένταυρου.
Πρώτος δάσκαλος του Ντε Κίρικο που κατάφερε να τον μυήσει στα μυστικά της ζωγραφικής τέχνης ήταν ο ζωγράφος Μαυρούδης από την Τεργέστη. Το 1903-1905 φοίτησε στην ανώτατη σχολή καλών τεχνών με δασκάλους τον Γεώργιο Ροΐλο, τον Κωνσταντίνο Βολονάκη και τον Γεώργιο Ιακωβίδη, όπου πραγματοποίησε και τα πρώτα βασικά ζωγραφικά του βήματα. Ο θάνατος του πατέρα του αποτέλεσε την αφορμή να εγκαταλείψει την Ελλάδα και το 1906 να ξεκινήσει τις σπουδές του στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών στο Μόναχο, χωρίς ωστόσο να τις ολοκληρώσει. Καταλυτικές χρονολογίες της ζωής του ήταν το 1900-1919 όπου ο ίδιος άρχισε να γίνεται διάσημος με τα πρωτότυπα έργα του, που εξέφραζαν έναν κόσμο αινιγματικό και μυστηριακό, ασύλληπτο για τις αισθήσεις μας και την τότε πραγματικότητα.
Το 1911 θα ταξιδέψει στο Παρίσι όπου εκεί θα γνωρίσει τον Πικάσο, ο οποίος γοητευμένος από τη δουλειά και τα έργα του, θα τον γνωρίσει στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Γαλλικής πρωτεύουσας. Το 1919 αντικείμενο στις εικονογραφίες του θα αποτελέσει ο κλασικισμός (επηρεασμένος από τους ζωγράφους της αναγέννησης) που θα τον οδηγήσει να εγκαταλείψει σταδιακά τη μεταφυσική τέχνη.
Η μεγαλύτερη συμβολή του ωστόσο στον καλλιτεχνικό χώρο είναι το γεγονός ότι ο ίδιος υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος και εκφραστής της μεταφυσικής ζωγραφικής, που κατάφερε να επηρεάσει άμεσα και το σουρεαλιστικό κίνημα. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της τέχνης, η οποία άνθισε στην Ιταλία το 1911-1920, ήταν η αινιγματική εικονογραφία, που αντιπροσώπευε το εσωτερικό του ανθρώπινου νου και των ονείρων. Η τέχνη μετουσιώνονταν σε μία μεταφυσική δραστηριότητα, όπου ο χώρος και ο χρόνος λειτουργούσαν συμβολικά. Κύρια θέματα των συνθέσεών του αποτελούσαν τα «ανδρίκειλα», τα οποία ήταν ανθρωπόμορφα όντα όπου απουσιάζονταν τα χαρακτηριστικά του προσώπου και τα χέρια και λειτουργούσαν έτσι ως μορφολογικά υποκατάστατα των ανθρώπινων μορφών, καθώς και τα καθημερινά αντικείμενα, τα οποία αποκομμένα από τον παραδοσιακό τους χώρο και την καθημερινή τους χρήση, λειτουργούσαν συμβολικά μέσα σε μία φανταστική – ιδεατή διάσταση που χάνονταν στον χρόνο.
Με αυτόν τον τρόπο οι μορφές και τα αντικείμενα έχαναν την στατική τους ισορροπία και την αρχική τους υπόσταση και υπόκεινταν σε αλλαγές και καινοτομίες, αντιπροσωπεύοντας ένα νέο κοσμολογικό σύστημα όπου κυριαρχούσε το συμβολικό και το μεταφυσικό στοιχείο.
Ο Τζόρτζιο Ντε Κίρικο πίστευε ότι η τέχνη έπρεπε να είναι μία διαρκής αναζήτηση και μία προσωπική διαδρομή. Με το έργο του κατάφερε να αγγίξει μια άλλη ιδεατή πραγματικότητα, όπου οραματικά και ποιητικά στοιχεία κατείχαν την πρώτη θέση στις αινιγματικές του συνθέσεις. Περνώντας στον κλασικισμό πάντρεψε στα έργα του το μύθο με τη σύγχρονη εποχή, εμπλέκοντας την παράδοση και την ιστορία σε μία σχέση που διέπονταν πάντα από αυτό το μυστηριακό στοιχείο, αυτή την καινοτομία και ανατροπή.
Μέσα από την τέχνη του κατάφερε να απαγκιστρωθεί από την καθημε-ρινότητά του και να εκφράσει την ελευθερία και τη δημιουργική του δράση, υλοποιώντας τις ιδεολογικές του ανησυχίες και εξυψώνοντας την φαντασία του σε έναν κόσμο όπου η έμπνευση και η καλλιτεχνική του δημιουργία διέπονταν από τον πόθο για αλλαγή και καινοτομία.
Το μουσείο Μπενάκη θα πραγματοποιήσει γύρω στο 2010 έκθεση όπου θα τιμήσει τα 120 χρόνια από τη γέννηση του καλλιτέχνη παρουσιάζοντας 100 έργα ζωγραφικής, σχεδίων και γλυπτών, περιεχόμενα από το ίδρυμα Τζόρτζιο Ντε Κίρικο στη Ρώμη, τα οποία αφορούν τις πραγματικές γυναίκες και ιδεατές μούσες που συντρόφευαν τον καλλιτέχνη στην προσωπική του διαδρομή. Η έκθεση θα αποτελεί ένα ταξίδι σε ένα μεταφυσικό – συμβολικό κόσμο, όπου το όνειρο ακροβατεί με την πραγματικότητα και το αληθινό παίζει με το ιδεατό, σε μία διάσταση όπου ο χώρος και ο χρόνος υπόκεινται σε πλήρη μεταβολή.

2009: Έτος Γιάννη Ρίτσου


Εκατό χρόνια έχουν περάσει από τη γέννηση ενός από τους σπουδαιότερους ποιητές στον ελληνικό και διεθνή χώρο, του Γιάννη Ρίτσου. Το 2009 είναι αφιερωμένο στον ποιητή της Ρωμιοσύνης, ως έτος τιμής και μνήμης, αλλά και αναγνώρισης της δημιουργικής του δράσης και πορείας.
Το Υπουργείο Πολιτισμού ανακήρυξε το 2009 ως «έτος Γιάννη Ρίτσου» και ανέθεσε στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου την οργάνωση επετειακών δράσεων και εκδηλώσεων στα πλαίσια του εορτασμού του γεγονότος σε συνεργασία με άλλους φορείς. Η εξηντάχρονη πορεία του ποιητή διαφαίνεται μέσα από ένα πλούσιο πρόγραμμα που περιλαμβάνει την έκδοση ειδικού λευκώματος που θα αναφέρεται στην αυτοβιογραφία του, σε ντοκουμέντα της ζωής του, καθώς και στο έργο του, στη δημιουργία κινητής έκθεσης αφιερώματος του ποιητή που θα περιλαμβάνει φωτογραφικό και αρχειακό υλικό της ζωής του, καθώς και στη δημιουργία ενός δικτυακού τόπου που θα εξυπηρετεί στην ολοκληρωμένη και πληρέστερη πληροφόρηση κάθε ενδιαφερόμενου.
Στόχος των εκδηλώσεων είναι να τιμηθεί η ποιητική γραφή και το συνολικό έργο του Γιάννη Ρίτσου. Αυτού του «καθολικού ποιητή» του Ελληνισμού, που η δημιουργική του δράση άλλαξε τη ροή των γεγονότων δίνοντας ένα νέο νόημα που προάγει την πολιτιστική κίνηση. Στα πρώτα χρόνια της καριέρας του ακολούθησε τη λυρική ποίηση επηρεασμένος από τον Παλαμά και τον Καρυωτάκη, ενώ από το 1936 διαμορφώνει τη δική του προσωπική γραφή, προσανατολίζοντας την τέχνη του στην εκάστοτε πολιτική και κοινωνική στράτευση.
Ο Γιάννης Ρίτσος έζησε το νεορομαντισμό και το Μεσοπόλεμο. Στα έργα του διακρίνεται ο αντιστασιακός και αγωνιστικός χαρακτήρας, καθώς είναι εμπνευσμέ-να από τον ηρωικό αγώνα της Αντίστασης κατά την περίοδο της Κατοχής, όπως τον βίωσε και τον έζησε ο ίδιος, αποτυπώνοντάς τον στην ποιητική του πένα.
Η δημιουργική του πορεία στον χώρο της ποίησης είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ουσία της ύπαρξής του. Ο ίδιος διακρίθηκε για το μεγαλόπνοο έργο του και την αγωνιστική του διάθεση και συνέβαλε με την παρουσία του στη διαμόρφωση του ιστορικού «γίγνεσθαι» της εποχής του. Έκανε πράξη τις αξίες και τα ιδανικά του πέρα από τα κλειστά όρια της ατομικότητάς του και του εκάστοτε πολιτικού καθεστώτος, αναζητώντας την κοινωνική πρόοδο και ευημερία.
Ο Γιάννης Ρίτσος ήταν ένας άνθρωπος που ξεχωρίζει για τον πλούσιο εσωτερικό του κόσμο, την πνευματική του καλλιέργεια, την αγωνιστική του διάθεση και ιδεολογία. Ήταν ένας άνθρωπος που κατάφερε μέσα από το κοινωνικό σύνολο να καταξιώσει τον εαυτό του και να μετουσιωθεί σε ποιητικό σύμβολο της εποχής του, αλλά και κάθε εποχής.
2009

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, ο "Κρης"


Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος γεννήθηκε το 1541 στον Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο της Κρήτης), καταγόμενος από μία επιφανή και σεβαστή οικογένεια. Από έγγραφο του 1574 μαθαίνουμε ότι ο Δομήνικος εκπαιδεύτηκε από μικρή ηλικία στη ζωγραφική τέχνη, λαμβάνοντας παράλληλα και σοβαρή ουμανιστική μόρφωση. Το 1563 και σε ηλικία είκοσι δύο ετών είχε διαπρέψει ως καλλιτέχνης και αποκαλούνταν πλέον «maestro».
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος γεννήθηκε στη Βενετοκρατούμενη Κρήτη, στην περίοδο απεμπλοκής της από τον γ΄ Βενετοκρατούμενο πόλεμο, σε μία εποχή όπου η πολιτισμική επικοινωνία ανάμεσα στην Κρήτη και τη Βενετία και η διασταύρωση του βυζαντινού με το δυτικό κόσμο υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμη και δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για τη γέννηση και την άνθηση αυτής της μοναδικής ζωγραφικής τέχνης, που θα εκπροσωπήσει αργότερα ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος.
Τον 16ο αιώνα η ελληνική ζωγραφική παρουσίαζε μία ιδιαίτερη άνθηση με κύρια χαρακτηριστικά την καθορισμένη εικονογραφία και τις σταθερές αισθητικές αντιλήψεις. Από την περίοδο της παλαιολόγειας τέχνης και μετά, η εμφάνιση της φορητής εικόνας θα παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στη θρησκευτική ζωή του Βυζαντινού κόσμου και τον 16ο αιώνα θα φέρει πλέον τις υπογραφές και τη χρονολόγηση από τον ζωγράφο και θα λειτουργήσει ως ένα είδος εξαγωγικού εμπορίου με μεγάλη ζήτηση στο δυτικό και ορθόδοξο τότε κόσμο.
Σ’ αυτό το κοινωνικο-πολιτιστικό πλαίσιο θα ζήσει και θα δράσει ο νεαρός Δομήνικος, ο οποίος θα εκπαιδευτεί από μικρός στην αγιογραφία και θα λάβει την αρχαία ελληνική και κλασική παιδεία, πληροφορίες τις οποίες γνωρίζουμε από τις μικρογράμματες και κεφαλογράμματες επιγραφές που έφεραν τα έργα του. Στον Χάνδακα τον 16ο αιώνα εργάζονταν ήδη με ζωγράφους, που ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες και κοντά σ’ αυτούς ο νεαρός Δομήνικος είχε έρθει σε επαφή και είχε αρχίσει να εξοικειώνεται με τα αναγεννησιακά δυτικότροπα έργα, που υπήρχαν ήδη στη Βενετοκρατούμενη Κρήτη και το 1563 εξασκούσε πλέον νόμιμα το επάγγελμα του ζωγράφου.
Αν κρίνουμε λοιπόν τις γραμματικές του γνώσεις, θεωρούμε ότι έφυγε τουλάχιστον είκοσι χρονών από την Κρήτη, μετά δηλαδή το 1561. Γύρω στο 1565 εγκαταστάθηκε στη Βενετία, όπου και μαθήτευσε κοντά στο ζωγράφο Τισιανό, καθώς και στον κύριο εκπρόσωπο του Βενετικού μανιερισμού, τον Τιντορέττο. Στη Βενετία πλέον, ο Δομήνικος θα εγκαταλείψει τον βυζαντινό τρόπο ζωγραφικής και θα υιοθετήσει ανεπιφύλακτα τον Βενετικό τρόπο, ξεφεύγοντας ωστόσο από τα ορθολογικά παραδείγματα της Αναγέννησης.
Στην πρώιμη δημιουργική του περίοδο ανήκαν έργα που φιλοτεχνήθηκαν στην Κρήτη και στη Βενετία, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουμε ποια από αυτά έγιναν στον Χάνδακα ή στη Βενετία. Ένα από τα σπουδαιότερα έργα του είναι και η «Κοίμηση της Θεοτόκου» (1567), που ανακαλύφθηκε το 1983 στη Σύρο και αποτελεί το πρώτο σωζόμενο έργο του που φέρει την υπογραφή του. Άλλο σημαντικό έργο του είναι η φορητή εικόνα που απεικονίζει τον ευαγγελιστή Λουκά να ζωγραφίζει την Παναγία, έργο που συνδυάζει τα μεταβυζαντινά στοιχεία με μία πρωτότυπη και ιδιαίτερη για την εποχή του τεχνοτροπία. Αλλά σημαντικά έργα είναι επίσης «Η Προσκύνηση των Μάγων» (1565-1567), έργο το οποίο διαπνέεται από τα τυπικά χαρακτηριστικά της Βενετικής εικονογραφίας και αποτελεί θέμα όπου θα επανέλθει ο Θεοτοκόπουλος σε άλλα έργα με μικρές παραλλαγές και το τρίπτυχο της Μόδενας (1560-1565), όπου έχει εμφανή τα ελληνικά σημάδια και στοιχεία της Κρητικής τέχνης. Στα τελευταία χρόνια παραμονής του στη Βενετία άνηκαν τα έργα «Η θεραπεία του τυφλού» (1565), «Ο μυστικός δείπνος» (1560) και «Το όρος Σινά».
Στην Ιταλία γνώρισε τη συμπάθεια και την εκτίμηση της Ιταλικής κοινωνίας καθώς και των ομότεχνών του, που τον αποκαλούσαν συχνά El Greco (ο Έλληνας). Έχοντας γίνει πλέον γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Ιταλίας, ο Δομήνικος θα εγκατασταθεί στη Ρώμη το 1570 στα τριάντα του χρόνια, όπου θα γνωρίσει εκεί τη δυτική πλέον τέχνη και θα διαπρέψει στις προσωπογραφίες κυβερνητών και ιδιωτών, συμβιβάζοντας στα έργα του τη Βενετική γνώση με τα ρωμαϊκά ιδανικά της εποχής του.
Το 1575 κουβαλώντας μαζί του τις βυζαντινές μνήμες και την ιταλική παιδεία και γνώση, θα εγκατασταθεί στη Ισπανία. Εκεί θα μείνει αρχικά ένα σύντομο χρονικό διάστημα στη Μαδρίτη και αργότερα, το 1577, θα εγκατασταθεί στο Τολέδο, θα παντρευτεί και θα περάσει εκεί την υπόλοιπη ζωή του ως το 1614 όπου και θα πεθάνει. Η αδυναμία προσαρμογής στο Ρωμαϊκό περιβάλλον, καθώς και το κτίσιμο του Εσκοριάλ (παλάτι) κοντά στη νέα πρωτεύουσα, τη Μαδρίτη, από τον Φίλιππο τον Β΄, πιθανότατα να ήταν οι λόγοι που οδήγησαν τον Δομήνικο να εγκατασταθεί στην Ισπανία. Στη Μαδρίτη έμεινε από το 1579 ως το 1582 και εργάστηκε αρχικά στο παλάτι, όπου ζωγράφισε «Το μαρτύριο του άγιου Μαυρίκιου» καθώς και ορισμένες προσωπογραφίες. Η ζωγραφική του όμως δεν άρεσε στον βασιλιά Φίλιππο και έτσι ο Δομήνικος θα μετακομίσει στο Τολέδο, μια μικρή πόλη με έντονο τότε το συναίσθημα της θρησκευτικής κατάνυξης και του μυστικισμού, όπου θα βρει πρόσφορο έδαφος για να εκφράσει την τέχνη του.
Η κλειστή κοινωνία του Τολέδο θα γίνει πλέον η νέα του πατρίδα. Τα έργα του, τα οποία διαπνέονταν από το θρησκευτικό συναίσθημα και το πάθος της εποχής, θα γίνουν αμέσως αποδεκτά από τον κόσμο και θα ενισχύσουν τον Δομήνικο στις μυστικιστικές του ροπές. Στο Τολέδο θα εκτελέσει μεγάλους πίνακες για τα εικονοστάσια των εκκλησιών και θα αποθανατίσει εξαίσιες προσωπογραφίες του ισπανικού κόσμου. Μερικά από τα σπουδαιότερα έργα του είναι «Η ταφή του Κόμη Όργκαθ» (1586) που προορίζονταν για την εκκλησία του Σάντο Τόμε, «Η στέψη της Παναγίας» (1595) και «Η αγωνία του κήπου» (1595).
Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ήταν ο μοναδικός ευρωπαίος ζωγράφος που έδωσε τόσο μεγάλη σημασία στις ανθρώπινες μορφές, στην εκφραστική τους αξία και στην αυτονομία της χρήσης του φωτός και του χρώματος, που έκαναν τις συνθέσεις του να ξεχωρίζουν. Οι ανθρώπινες μορφές κατάφερναν μέσα από τα έργα του να χάσουν τη γήινη υπόστασή τους και να μετουσιωθούν σε οπτασίες, παίρνοντας το ανθρώπινο σχήμα για μία μόνο στιγμή. Διακρίθηκε τόσο για τις προσωπογραφίες όσο και για τις θρησκευτικές συνθέσεις, τα θέματα των οποίων (θρησκευτικών συνθέσεων) αντλούσε κυρίως από την Καινή Διαθήκη και τα βιβλικά γεγονότα. Οι φιλοσοφικές και θρησκευτικές του αντιλήψεις, καθώς και το συμβολικό στοιχείο, είναι διάχυτα και αντανακλώνται σε όλα του τα έργα, όπου μέσα από τον τελετουργικό χαρακτήρα των παραστάσεων και την έντονη ιεραρχία κατάφερνε να ενώσει σταδιακά το γήινο με το υπερβατό, εξαϋλώνοντας παράλληλα τις μορφές των συνθέσεών του και ανυψώνοντάς τες προς το πνευματικό στοιχείο.
Η τέχνη του Δομήνικου ξεχώριζε από τη δύναμη της επιβολής της, που εκπροσωπούσε έναν καλλιτέχνη με εκρηκτική και έντονα μυστική ιδιοσυγκρασία, με υπερήφανο αλλά και ταυτόχρονα ατίθασο χαρακτήρα, που δεν ανήκε σε καμία σχολή, δε μιμήθηκε ποτέ κανέναν καλλιτέχνη και με μία εθνική ταυτότητα που τη διεκδικούσαν τρεις χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία). Υπήρξε αδιαμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της εποχής του, που κατάφερε να επηρεάσει πολλούς ζωγράφους αλλά και κινήματα (εξπρεσιονιστές) του 20ου αιώνα, ενώ με την προσωπικότητα και το έργο του ασχολήθηκαν πολλές φυσιογνωμίες από το χώρο της λογοτεχνίας και της ιστορίας της τέχνης. Τετρακόσια χρόνια από το θάνατό του, ο Δομήνικος αποτελεί διαχρονικό σημείο αναφοράς για την παγκόσμια τέχνη, ενώ η δημιουργική του δράση και η αξιόλογη και καταξιωμένη πορεία του, που είναι απόλυτα συνυφασμένη με το νόημα και την ουσία της ύπαρξής του, συνεχίζουν να μας απασχολούν ακόμη και σήμερα.