Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

Το κάστρο της Νταμούχαρης


Η Νταμούχαρη, μια από τις ωραιότερες παραλίες του ανατολικού Πηλίου, που διατηρεί σχεδόν αψεγάδιαστη την άγρια παρθένα ομορφιά της, αποτελούσε εδώ και αιώνες ένα μοναδικό φυσικό λιμάνι και την πρώτη σκάλα της περιοχής, που παρείχε στο παρελθόν ασφάλεια στους κατοίκους του ανατολικού Πηλίου, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Ο κόρφος της Νταμούχαρης χωρίζεται σε δύο μικρότερους κόρφους, τους γνωστούς δίδυμους κόρφους της περιοχής, σχηματίζοντας δύο φυσικές αγκαλιές: την παλιά, η οποία είναι μεγαλύτερη και την καινούρια, όπου υπάρχει και η αντίστοιχη παραλία. Ο λόφος που σχηματίζεται μεταξύ των δύο κόρφων της Νταμούχαρης δεν είναι τίποτα άλλο από μία κακοτράχηλη, βραχώδη γλώσσα, πάνω στην οποία βρίσκονται τα κατάλοιπα του παλιού κάστρου.
Στην περιοχή της Νταμούχαρης δεν έχουν γίνει οι απαραίτητες ιστορικές και αρχαιολογικές έρευνες, οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν να σχηματίσουμε έστω μια αδρή εικόνα για την ιστορία του κάστρου. Κατά το παρελθόν έχουμε μαρτυρίες, από διάφορους μελετητές, οι οποίοι πλησίασαν στην περιοχή, αλλά ποτέ δεν έφτασαν στο λόφο του κάστρου.
Ο Κορδάτος είχε δώσει κάποια στοιχεία για την τοποθεσία, αλλά είναι φανερό από τις αντιφάσεις του πως ποτέ δεν επισκέφτηκε το λόφο. Ο Γάλλος περιηγητής Meziere, ο οποίος είχε γυρίσει όλο το Πήλιο, από το 1850, όπως ο ίδιος ομολογεί δεν επισκέφτηκε το κάστρο λόγω κάποιας αδιαθεσίας που ένιωθε εκείνη την περίοδο. Τέλος, ο Αρβανιτόπουλος είχε επισκεφτεί στις αρχές του αιώνα το γειτονικό κάστρο της Καραβοστασίας, αλλά όπως ο ίδιος δήλωσε δεν επισκέφτηκε ποτέ το κέντρο της Νταμούχαρης.
Κατά το παρελθόν πολλοί επίσης λόγιοι και μελετητές δε δίστασαν να συνδέσουν τη συγκεκριμένη τοποθεσία με κάποια αρχαία μαγνητική πόλη, χωρίς οι ίδιοι να έχουν ποτέ επισκεφτεί το λόφο και χωρίς να έχει γίνει η αντίστοιχη αρχαιολογική έρευνα όπου θα έδινε και τα απαιτούμενα τεκμήρια.
Στο λόφο του κάστρου δεν έχουν διαπιστωθεί κατά το παρελθόν αξιόλογα επιφανειακά τεκμήρια, κάτι που κάνει πολύ δύσκολη την απόπειρα ταύτισης του κάστρου με κάποιον αρχαίο οικισμό. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την απουσία κάθε αρχαιολογικής μελέτης και έρευνας, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε σχετικά με την ταυτότητα του κάστρου και το ρόλο που αυτό είχε στην ευρύτερη περιοχή.
Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες του μελετητή Κώστα Λιάπη, το κάστρο δε φαίνεται να έχει καμία σχέση με την αρχαιότητα και στην περιοχή αυτή δεν αντιστοιχεί καμία αρχαία πόλη της Μαγνησίας. Το κάστρο πιθανότατα χρονολογείται στα υστεροβυζαντινά χρόνια, καθώς αποτελεί ένα τυπικό βυζαντινό οχυρό, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήθηκε και από τους Βενετσιάνους, όταν αυτοί εκμεταλλεύτηκαν το λιμάνι της Νταμούχαρης για κάποιο χρονικό διάστημα. Το κάστρο χρησιμοποιήθηκε επίσης και από τους ντόπιους κατοίκους της περιοχής, όσο καιρό αυτοί ήταν εγκατεστημένοι στην παραλία της Νταμούχαρης, καθώς τους προσέφερε προστασία από τους πειρατές.
Από τις αρχές του περασμένου αιώνα το λιμάνι της Νταμούχαρης απέκτησε μεγάλη εμποροναυτική ακμή, η οποία συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια του ίδιου αιώνα. Πλήθος μαγαζιών και αποθηκών, καθώς και η ύπαρξη ενός τούρκικου τελωνείου, τα οποία σώζονται ακόμη, αποτελούν μάρτυρες της οικονομικής δύναμης εκείνης της εποχής.
Τον 11ο αιώνα, σύμφωνα με τον Κώστα Λιάπη, το κάστρο της Νταμούχαρης πρέπει να βρίσκονταν σε πλήρη λειτουργία και να προστάτευε τους καλόγηρους και τους «προκαθήμενους» του παλαιότερου μοναστηριού, που ήταν αφιερωμένο στον προστάτη των ναυτικών Άγιο Νικόλαο. Η μονή πρέπει να κτίστηκε ή να ανακαινίστηκε το 1744 (σύμφωνα με κτητορική επιγραφή, από την οποία δεν καταλαβαίνουμε αν η χρονολογία αφορά το χρόνο ανακαίνισης της μονής ή το χρόνο ίδρυσής της) και πλουτίστηκε τις αρχές του 19ου αιώνα με υπέροχες αγιογραφίες που έγιναν με δαπάνες των κατοίκων της περιοχής.
Σήμερα στο ψηλό λόφο της Νταμούχαρης μπορεί κανείς να διακρίνει τα λιγοστά απομεινάρια του κάστρου, που αποτελούν μάρτυρες ενός παρελθόντος που δε γνωρίζουμε ακριβώς. Τα τείχη που περιστοιχίζουν το στρόγγυλο και βραχώδη λόφο του κάστρου είναι ακόμη διακριτά. Στον εσωτερικό περίβολο του κάστρου υπάρχουν κτίσματα και καινούριες επεμβάσεις του περασμένου αιώνα, που δεν έχουν καμία σχέση με την αρχική λειτουργία του οχυρού. Στη Β.Δ. πλευρά και από την πλευρά του λιμανιού της καινούριας Νταμούχαρης, υπάρχει ένα όρθιο κτίσμα και δίπλα του υψώνονται τα ερείπια ενός παλιότερου κτίσματος, του τούρκικου τελωνείου. Τέλος, στην κορυφή του λόφου υψώνονται τα ερείπια και ενός τρίτου κτίσματος.
Στο κέντρο της δυτικής πλευράς του κάστρου, όπου τα τείχη υψώνονται σε πολύ καλή κατάσταση σώζεται κολλημένη σ’αυτά, η παλιά υδατοδεξαμενή του κάστρου σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου με διαστάσεις 4 μήκος και ύψος και 2 πλάτος.
Η έκταση στο εσωτερικό του κάστρου είναι καλυμμένη σήμερα με ελιές και πουρνάρια. Εκτός από τα τείχη που είναι διακριτά, είναι ακόμη εμφανείς η δυτική πλευρά του κάστρου, η νοτιοδυτική γωνία του, καθώς και η δεξαμενή του.
Τα τείχη είναι κτισμένα με άνισες ακανόνιστες πέτρες, λαξευμένες με ιδιαίτερη τέχνη και φροντίδα. Η μέθοδος κτισίματος που χρησιμοποιήθηκε είναι η μέθοδος της αργολιθοδομής, όπου ασβεστοκονίαμα ανακατεμένο με θραύσματα κεραμιδιού έχουν χρησιμοποιηθεί ως υλικό συνδέσμου.
Η άγνωστη ζωή του και ιστορία του κάστρου αντανακλώνται στις λίγες τοπικές παραδόσεις των κατοίκων της περιοχής, που αντικατοπτρίζουν κάποιες φορές μερικές αλήθειες. Το κάστρο της Νταμούχαρης δεν αποτελεί απλά ένα κομμάτι του μακρινού παρελθόντος, αλλά ένα ισχυρό οχυρό που κάποτε έζησε ένδοξες στιγμές. Αν και η φθορά του χρόνου είναι μεγάλη, τα απομεινάρια του κάστρου στέκουν εκεί διατηρώντας την επιβλητικότητα και την αγέρωχη έκφρασή τους, έτοιμα να μας διηγηθούν τη δική τους μοναδική ιστορία και να μας ταξιδέψουν σε άλλους καιρούς και άλλες εποχές.


Βιβλιογραφία

Κώστας Λιάπης, «Το κάστρο της Νταμούχαρης», ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ – ΤΟΜΟΣ 11, Βόλος (1995), σελ. 173-190

Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

Τα ψάρια της Κάρλας



Η Κάρλα πριν την αποξήρανσή της, αποτελούσε ένα πολύ σημαντικό υγρότοπο, ο οποίος φιλοξενούσε μια μεγάλη ποικιλία από ανθρώπινες δραστηριότητες. Η Κάρλα με τα άφθονα ψάρια της, υπήρξε ο χώρος όπου αναπτύχθηκε ένας μοναδικός τρόπος ζωής των ανθρώπων που επί αιώνες ψάρευαν στα νερά της. Οι Καναλιώτες, κυρίως, ψαράδες αποτελούσαν μια οργανωμένη κοινωνία ψαράδων που διαιώνισαν αυτόν τον τρόπο ζωής, από πατέρα σε γιο, ως την αποξήρανση της λίμνης το 1962.
Η λίμνη διέθετε τρεις ιχθυόσκαλες. Η μεγαλύτερη ονομάζονταν αποβάθρα και βρίσκονταν στην Πέτρα. Στην αποβάθρα γίνονταν η διακίνηση των ψαριών, τα οποία έφταναν ως και δεκαπέντε τόνους τη μέρα. Η δεύτερη ιχθυόσκαλα ονομάζονταν Αερανή και βρίσκονταν κοντά στον Άγιο Νικόλαο και η τρίτη, που ονομάζονταν παλαιόσκαλα, βρίσκονταν ανάμεσα στα Κανάλια και το Καλαμάκι.
Στη σκάλα συγκεντρώνονταν κάθε πρωί μικροπωλητές και έμποροι απ’όλη τη Θεσσαλία για να συμμετέχουν στην πώληση των ψαριών. Τα περιζήτητα ψάρια της λίμνης πωλούνταν και στο παζάρι και των Καναλίων, ενώ το μεγάλο εμπόριο των ψαριών έφτανε ως τη Φθιώτιδα, την Ήπειρο και τη Βουλγαρία.
Οι ψαράδες της λίμνης ζούσαν για εννιά περίπου μήνες σε καλύβες δίπλα στο νερό. Ο λιμναίος αυτός οικισμός αποτελούνταν από εκατό περίπου καλύβες και ήταν ανδροκρατούμενος. Η οργανωμένη κοινότητα των ψαράδων είχε αναπτύξει δικούς της τρόπους ψαρέματος στη λίμνη. Χρησιμοποιούσαν κυρίως το δίχτυ, το οποίο έπλεκαν οι γυναίκες των ψαράδων, τις ψαροπαγίδες από καλάμια που έπλεκαν οι ίδιοι, καθώς και κοντάρια.
Η ιχθυοπαραγωγή της Κάρλας ήταν μεγάλη και επέφερε ένα πολύ σημαντικό εισόδημα. Η λίμνη διέθετε μια τεράστια ποικιλία ψαριών, με πιο γνωστά τον κυπρίνο και την πεταλούδα,, που ξεχώριζαν από τα μεγάλα στρόγγυλα λέπια τους και το έντονο χρυσαφί τους χρώμα,
Πιο αναλυτικά, τα ψάρια της λίμνης ήταν τα εξής:

1) τσιρώνι (Rutilus Rutilus), γνωστό και ως ασπροπλατίτσα, με χρυσαφί χρώμα και κόκκινα πτερύγια, που μπορούσε να φτάσει στην καλύτερη περίπτωση τα 40 εκατοστά μήκος και βάρος το 1 κιλό.


2) Ο κοκκινομάτης ή κοκκινοφτέρα (scerdinius), όπου συγγένευε με το τσιρώνι, με τη μόνη διαφορά ότι τα μάτια αυτού του ψαριού είχαν μια πιο ερυθρή απόχρωση. Το ψάρι ήταν γνωστό και ως καραπλατίτσα και αλιεύονταν σε μεγάλες ποσότητες.


3) Ο κέφαλος (Lenciscus cephalus), που συγγένευε με τον κέφαλο της θάλασσας με βασικές διαφορές ότι ήταν πιο μεγαλόσωμος, είχε πιο στρογγυλά λέπια και το χρώμα του είχε μια ήπια χρυσαφί απόχρωση. Το ψάρι αυτό αλιεύονταν σε επίσης μεγάλες ποσότητες και ζύγιζε μέχρι και 2 κιλά.



4) Το μπιζί (allurnus alburnus), που στην τοπική ονομασία ήταν γνωστό ως πράσινη σαρδέλα, λόγω της πράσινης ρίγας που έφερε το σώμα του. Το ψάρι αυτό είχε το μέγεθος μιας κοινής σαρδέλας. Τα τελευταία χρόνια η ποσότητα του είδους αυτού του ψαριού είχε μειωθεί αρκετά.


5) Ο γωβιός (gobio gobio) γνωστός ως χρυσίσκος, ήταν ένα μικρό ψάρι λίγων εκατοστών, που συγγένευε με το γωβιό της θάλασσας. Το ψάρι αυτό αλιεύονταν σε πολύ μικρές ποσότητες, χωρίς καμία εμπορική αξία.


6) Η ταινία (colitis taenia) γνωστό στην τοπική κοινωνία και ως φιδόψαρο, ήταν ένα μικροσκοπικό ψάρι που έφερε μουστάκια στο στόμα του και καφέ κηλίδες γύρω από το σώμα του.





7) Το mosquito fish, γνωστό ως κουνουπόψαρο, ήταν ένα επίσης μικροσκοπικό ψάρι, που τρέφονταν με κουνούπια και προνύμφες κουνουπιών. Βασικό χαρακτηριστικό των κουνουπόψαρων αποτελούσε η μαύρη κηλίδα που έφεραν στην κοιλιά τους.




8) Ο κυπρίνος (cyprinus caprio). Το ψάρι αυτό στην τοπική κοινωνία ήταν γνωστό ως σαζάνι ή γριβάδι. Ήταν ένα μεγάλο ψάρι με χρυσαφί χρώμα και στρόγγυλα λέπια, που φτάνει σε μήκος το 1 μέτρο και σε βάρος έως 25 κιλά. Διέφερε από την πεταλούδα, γιατί έφερε μουστάκια στις άκρες του στόματός του. Ο κυπρίνος αποτελούσε το πιο γνωστό ψάρι της λίμνης και αλιεύονταν σε τεράστιες ποσότητες, λόγω της εύγεστης γλυκιάς σάρκας του.



9) Η πεταλούδα (carasius carasius) γνωστό και ως μεγάλο χρυσόψαρο, έμοιαζε πολύ με τον κυπρίνο, μόνο που το σώμα της ήταν πιο πιεσμένο πλευρικά. Η πεταλούδα μπορούσε να φτάσει τα 40-45 εκατοστά σε μήκος και είχε βάρος έως 3 κιλά. Όπως το γριβάδι, έτσι και η πεταλούδα αλιεύονταν σε πολύ μεγάλες ποσότητες.



10) Το χέλι (anquilla anquilla), το οποίο τα τελευταία χρόνια, λίγο πριν από την αποξήρανση της λίμνης, είχε σχεδόν εξαφανιστεί.



Τα ψάρια της λίμνης ήταν πολύ νόστιμα και μαγειρεύονταν με πολλούς τρόπους. Πολύ γνωστά εδέσματα αποτελούσαν οι ψαρόπιτες και τα καρλιόψωμα. Τόσο μεγάλη ήταν η νοστιμιά των ψαριών της Κάρλας, ώστε ακόμη και οι Κεραμιδιώτες και οι Ζαγοριανοί, που αν και ζούσαν σε παραθαλάσσια χωριά, τα προτιμούσαν και τα αγόραζαν.
Με την αποξήρανση της λίμνης τα περισσότερα ψάρια πέθαναν, καθώς το νερό της μεταφέρθηκε μέσω μιας σήραγγας στον Παγασητικό. Κάποια από τα ψάρια κατάφεραν να επιβιώσουν στους ελάχιστους νερόλακους που είχαν απομείνει στην περιοχή της πρώην λίμνης, ενώ κάποια άλλα βρήκαν τραγικό θάνατο στα μολυσμένα από βιομηχανικά απόβλητα και φυτοφάρμακα κανάλια. Ο γόνος όμως των ψαριών κατάφερε να διατηρηθεί όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι και σήμερα, όπου έγινε η ανασύσταση και η επαναδημιουργία της νέας λίμνης.
Το χρυσάφι της Κάρλας ήταν ουσιαστικά τα ψάρια της, τα οποία κατά τη διάρκεια της κατοχής έσωσαν κυριολεκτικά ζωές. Ο άνθρωπος πλήγωσε με τον χειρότερο τρόπο αυτόν τον μοναδικό θησαυρό που κάποτε ζούσε από εκείνον. Ας ελπίσουμε κάποια μέρα αυτός ο θησαυρός, τα καρλίσια ή καρλιώτικα ψάρια, να ξαναδημιουργηθεί και να επιστρέψει στον τόπο που γεννήθηκε, στη λίμνη Κάρλα.

Παρασκευή 16 Απριλίου 2010

Η αμφιπρόσωπη εικόνα της Καστοριάς και η σχέση της με το πάθος του Χριστού


Η συγκεκριμένη εικόνα προέρχεται από την Καστοριά και φιλοξενείται στο Βυζαντινό μουσείο της πόλης. Στην εμπρόσθια όψη της εικόνας απεικονίζεται η Παναγία βρεφοκρατούσα και στην οπίσθια, η Άκρα ταπείνωση.
Η εικόνα είναι ζωγραφισμένη με την τεχνική της αυγοτέμπερας σε ξύλο και έχει διαστάσεις 115 x 77 εκ. Η εμπρόσθια όψη παρουσιάζει την Παναγία βρεφοκρατούσα σε προτομή, να κρατά με το αριστερό χέρι της το Χριστό και το δεξί να το φέρει μπροστά στο στήθος της. Ο Χριστός, ο οποίος παριστάνεται ως μικρό παιδί, αλλά με έκφραση ώριμου άνδρα, με το αριστερό χέρι κρατάει ειλητάριο και με το δεξί ευλογεί. Η Παναγία απεικονίζεται με έκφραση θλίψης, η οποία αποδίδεται από τις βαθιές ρυτίδες πόνου ανάμεσα στα φρύδια της. Στο επάνω μέρος της εικόνας αριστερά και δεξιά εικονίζονται δύο μικροσκοπικοί άγγελοι που σεβίζουν.
Στην οπίσθια όψη απεικονίζεται ο Χριστός στον τύπο της Άκρας ταπείνωσης. Είναι ζωγραφισμένος σε προτομή, με τα μάτια κλειστά και το κεφάλι γερμένο προς το δεξιό ώμο. Ακριβώς πίσω του βρίσκεται τοποθετημένος ο σταυρός του μαρτυρίου, από τον οποίο διακρίνεται η απόληξη της κατακόρυφης, καθώς δεξιά κεραία. Πάνω από την απόληξη υπάρχει η κεφαλαιογράμματη επιγραφή [ΒΑC]ΙΛΕΥC ΤΗC ΔΟΞΗC, ενώ δεξιά και αριστερά από την κατακόρυφη κεραία του σταυρού αναγράφονται οι βραχυγραφίες ΙΗC(ΟΥ)C Χ(ΡΙCΤΟ)C.
Στο κάτω μέρος της εικόνας υπάρχουν εγκοπές για την τοποθέτησή της σε κοντάρι, κάτι που δείχνει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή εικόνα, αλλά με μια εικόνα λιτανείας. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το θέμα των δύο όψεων της εικόνας, οδήγησε στη σύνδεσή της με την ακολουθία των Παθών κατά την Μεγάλη Παρασκευή.
Στην εμπρόσθια όψη αξίζει να σταθούμε στην κατεύθυνση του βλέμματος και της έκφρασης της Παναγίας, η οποία αποπνέει οδύνη. Το νεανικό της πρόσωπο έρχεται σε αντίθεση με το βαθιά αυλακωμένο από ρυτίδες μέτωπό της, αλλά και με τη γαλήνια έκφραση του θείου βρέφους. Τα στοιχεία αυτά δε θα μπορούσαν να ερμηνευτούν παρά σε συνδυασμό με την απεικόνιση της οπίσθιας όψης με το νεκρό Χριστό. Η Παναγία δηλαδή είναι θλιμμένη γιατί προαισθάνεται το μέλλον του γιου της, το Πάθος, τη Σταύρωση και τη Ταφή του.
Στην οπίσθια όψη ο Χριστός παρουσιάζεται όρθιος αλλά νεκρός και μέσα στην Άκρα ταπείνωση και μοναξιά χαρακτηρίζεται ως Βασιλεύς της Δόξης, κάτι που σημαίνει ότι στη συγκεκριμένη εικόνα έχουμε να κάνουμε με το Χριστό μεταξύ Σταύρωσης και Ανάστασης. Στη σκηνή της Άκρας ταπείνωσης παρουσιάζεται ο θάνατος του Χριστού, αλλά πρόκειται στην ουσία για το θάνατο της ανθρώπινης φύσης του Χριστού και την απελευθέρωση της θεϊκής του διάστασης. Έχουμε να κάνουμε δηλαδή, με μια συνθετική εικόνα που το νοηματικό της περιεχόμενο περικλείει τόσο τη Σταύρωση και τη ταφή, όσο και την Ανάσταση.
Και οι δύο όψεις της εικόνας χρονολογούνται στο τελευταίο τέταρτο του 12ου αιώνα. Τόσο στη βρεφοκρατούσα, όσο και στη σκηνή του Πάθους, εκείνο που κυριαρχεί είναι η διάχυτη έκφραση των συναισθημάτων. Μια έκφραση όπου στην Παναγία αποτυπώνεται στο βλέμμα, ενώ στην Άκρα ταπείνωση αποδίδεται με τις συσπάσεις του προσώπου. Λόγω του θέματός της, αποτελεί μία κατεξοχήν λατρευτική εικόνας της Μεγάλης Παρασκευής, που παρουσιάζει σε εξέλιξη το θείο δράμα, αφού στις μορφές συνοψίζεται το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον: η ενσάρκωση, η Σταύρωση και η Ανάσταση.

Βιβλιογραφία: Belting Hans, “An image and its function in the Liturgy: the man of sorrows in Byzantium”, Dumbarton Oaks Papers, 1980-81, σελ 1-16

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Αφιέρωμα στη γυναίκα: Η γυναίκα χθες και σήμερα στον κόσμο




«Αλλά πώς να βασιστούμε στις γυναίκες για να φερθούμε με λογική ή για να ανδραγαθήσουμε . . . περιορισμένες όπως είμαστε μέσα στα φτιασίδια μας, μέσα στα κίτρινα κροκάτα φορέματά μας, στην περιποίηση της ομορφιάς μας, στους χιτώνες μας, στα σανδάλια μας;»

(Αριστοφάνης, Λυσιστράτη)



Διαπολιτισμικά, οι άνδρες και οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν στο εσωτερικό ιστό κάθε κοινωνίας πολλές διαφορετικές σημασίες, οι οποίες οργανώνονται μέσα από πρακτικές εμπλοκής των ατόμων ως άνδρες και γυναίκες και ταυτόχρονα προσδιορίζουν τη δράση τους σε ένα οριοθετημένο σύστημα πρακτικών και αξιών, μέσα στο οποίο τα δρώντα υποκείμενα βιώνουν τον εαυτό τους και τον κόσμο.
Το φαινόμενο της ασυμμετρίας στις σχέσεις των φύλων, είναι ένα οικουμενικό φαινόμενο και αντιστοιχεί στην επίσης οικουμενική ασυμμετρία, που υπάρχει ανάμεσα στους χώρους «δημόσιος» και «ιδιωτικός».
Έτσι, οι γυναίκες που αντιπροσωπεύουν το «ιδιωτικό» ή «οικιακό» χώρο, προσδιορίζονται κοινωνικά με γνώμονα την φύση τους και την σχέση που έχουν με τους άντρες ως σύζυγοι, κόρες, μητέρες, κλπ. Στο παρελθόν, η γυναίκα λόγω της ανατομίας της, συνδέονταν με την αναπαραγωγική της λειτουργία, ήταν περισσότερο δέσμια των βιολογικών της χαρακτηριστικών και θεωρούνταν κατώτερη και υποδεέστερη.
Παρακολουθώντας την ανθρώπινη εξέλιξη, παρακολουθούμε ότι στις πρώτες θηρευτικές και συλλεκτικές κοινωνίες που δημιουργήθηκαν, σύμφωνα πάντα με κάποιους μελετητές, η γυναίκα συλλέκτρια προσδιορίζονταν από την σχέση της με τον άντρα. Οι έμφυλες μορφές δράσης και οι έννοιες «ιδιωτικού» και «δημόσιου» ξεκινούν από εδώ.
Οι κατεξοχήν αντρικές δραστηριότητες όπως το κυνήγι, ήταν δραστηριότητες συλλογικές και συνδέονταν με την αναζήτηση και την καταστροφή, σε αντίθεση με τις γυναικείες οικιακές δραστηριότητες, όπως ήταν η φροντίδα των παιδιών η η καλλιέργεια του ρυζιού για παράδειγμα, που ήταν μοναχικές και συνδέονταν με την ρουτίνα. Όμως, οι γυναίκες δεν αναγνωρίζονταν από τους άντρες με βάση την συμβολή τους και την προσφορά τους στην διατροφή της ομάδας, ούτε με βάση τους δεσμούς με τα παιδιά ως μητέρες, αλλά ως σεξουαλικοί σύντροφοι και σύζυγοι.
Έτσι, στις θρησκευτικές και συλλεκτικές κοινωνίες, οι άντρες ορίζονται ως κυνηγοί και αρχηγοί και οι γυναίκες ως σύζυγοι και ερωμένες που καθορίζονται από τους άντρες.
Στην αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα θεωρούνταν ανήλικη από την γέννησή της έως και τον θάνατό της, ενώ σε όλη της την ζωή βρισκόταν υπό κηδεμονία. Πριν από τον γάμο, βασικός κηδεμόνας της γυναίκας θεωρούνταν ο πατέρας της ή ο μεγαλύτερος αδερφός της, ενώ μετά τον γάμο την κηδεμονία αναλάμβανε ο σύζυγός της. Σε περίπτωση θανάτου του συζύγου της, την κηδεμονία την είχε ο μεγαλύτερος γιος της και αν δεν υπήρχε γιος, τότε αναλάμβανε ένας από τους κοντινότερους άρρενες συγγενείς.
Για τον Αριστοτέλη, ιδανική ηλικία γάμου, θεωρούνταν για τους άντρες το 37ο έτος της ηλικίας τους και για τις γυναίκες το 18ο, ενώ μοναδικός σκοπός του γάμου ήταν η τεκνοποιία.
Η γυναίκα δεν συμμετείχε σε καμία περίπτωση στην κοινωνική ζωή και διασκέδαση του άντρα της (οι άντρες συνήθως διασκέδαζαν στα συμπόσια με τις εταίρες) ενώ ούτε καν λόγος γίνεται για την συμμετοχή της στα πολιτικά θέματα. Κλεισμένη διαρκώς στον γυναικωνίτη, χωρίς καμία συμμετοχή την κοινωνική ζωή της πόλης και με μοναδικά καθήκοντα, την γέννηση _ ανατροφή των παιδιών και την εκτέλεση των οικιακών εργασιών, η γυναίκα στην αρχαία ελλάδα αντιμετωπίζονταν ως πολίτη δεύτερης κατηγορίας.
Απομονωμένη στον γυναικωνίτη του παλατιού της ή μέσα στο σπίτι της, νομικά απροστάτευτη και κοινωνικά υποδεέστερη, θεωρούνταν και η γυναίκα στο Βυζάντιο. Η γέννηση ενός κοριτσιού σε μια οικογένεια δεν έφερνε ιδιαίτερη χαρά, καθώς αυτό σήμαινε πως το όνομα της οικογένειας δεν θα διαιωνίζονταν. Κύριο μέλημα των γονέων ήταν να διαπαιδαγωγήσουν μια κοπέλα σωστά, έτσι ώστε να γίνει άξια σύζυγος ενός φρόνιμου άντρα.
Όπως στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν εταίρες, έτσι και στο Βυζάντιο υπήρχαν οι Παλλακείες. Οι σύζυγοι, πολλές φορές με την πρόφαση ότι θέλουν να αποκτήσουν παιδιά, στην περίπτωση που αυτό δεν είχε επιτευχθεί με την νόμιμη σύζυγο, έφερναν στο σπίτι τους τις Παλλακείες, στις οποίες ο νόμος εξασφάλιζε κληρονομικά δικαιώματα επί των παιδιών τα οποία θα γεννιόντουσαν.
Στην επανάσταση του 1821-1828, οι ελληνίδες γυναίκες συμμετείχαν στον αγώνα δίπλα στο πλευρό των πολεμιστών (π.χ. Μπουμπουλίνας) κουβαλώντας τρόφιμα και πολεμοφόδια ή μισθώνοντας καράβια, τα οποία τα έθεταν στην υπηρεσία του αγωνιζόμενου λαού.
Με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, η γυναίκα και πάλι δεν απέκτησε ισότιμη θέση με το άντρα, ενώ η συμμετοχή της στον απελευθερωτικό αγώνα, δεν εκτιμήθηκε δεόντως. Έτσι, η γυναίκα παρέμεινε στην υπηρεσία του νοικοκυριού και της φροντίδας των παιδιών και του συζύγου.
Στον 19ο αιώνα, τα πράγματα για τις γυναίκες παραμένουν ίδια, καθώς ο λειτουργικός κατά φύλα καταμερισμός παρουσίας και δράσης απέδιδε τον «δημόσιο» χώρο της πολιτικής και της οικονομίας, προνομιακά στους άντρες και τον «ιδιωτικό» ή «οικιακό» στις γυναίκες. Την περίοδο εκείνη, ωστόσο, άρχισαν να εμφανίζονται δειλά-δειλά κάποια επαγγέλματα, όπως της δασκάλας, της μεταφράστριας, της ποιήτριας και της συγγραφέως, ιδίως μετά το 1887.
Ο 19ος αιώνας όμως, χαρακτηρίζεται και από την εμφάνιση ενός προοδευτικού και ιδιαίτερα μεταρρυθμιστικού οργανωμένου κινήματος, του φεμινισμού. Το φεμινιστικό κίνημα, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά, οι συλλογικές προσπάθειες των γυναικών, ώστε να ξεπεράσουν οι ίδιες τα όρια του «ιδιωτικού» χώρου και να εισέλθουν ισότιμα με τον άντρα στον «δημόσιο». Ο φεμινισμός, ως κοινωνικό κίνημα επικεντρώθηκε και εστίασε κυρίως στον περιορισμό και την εξάλειψη κάθε φυλετικής ανισότητας, στην υπεράσπιση και προώθηση των συμφερόντων, των δικαιωμάτων, καθώς και των ευρύτερων γυναικείων ζητημάτων στην κοινωνία.
Έτσι, από το τέλος του 19ου αιώνα, αρχίζει η γυναίκα σε όλο τον κόσμο να εισβάλει στα «αντρικά» επαγγέλματα και στις επιστήμες, να αποκτά δικαιώματα ψήφου και να διεκδικεί θέση στα δημόσια και κυβερνητικά αξιώματα. Χάρη στο φεμινιστικό κίνημα και την βιομηχανική επανάσταση (όπου η τεχνολογική έκρηξη μετατόπισε την γυναίκα από το σπίτι στο εργοστάσιο), η γυναίκα κατάφερε να αποδράσει από τον πυρήνα της οικογένειας και την σφαίρα του «ιδιωτικού χώρου» και να εισέλθει στον χώρο της παραγωγής, της οικονομικής αυτοτέλειας και της επαγγελματικής καταξίωσης.
Περνώντας λοιπόν η γυναίκα στον «δημόσιο» χώρο, ανέλαβε ρόλους παραδοσιακά αντρικούς, όπως η οικονομική στήριξη της οικογένειας, χωρίς βέβαια να της επιτραπεί να εγκαταλείψει τα παλιά της «καθήκοντα»: όπως εκείνα της φροντίδας του σπιτιού και της οικογένειας, με αποτέλεσμα να μιλάμε στην ουσία για μια μονόπλευρη ισότητα.


Είναι σήμερα δεδομένο ότι ο γυναίκες κατάφεραν έπειτα από αγώνες να αποδεσμευτούν από την βιολογική τους αναφορά και έπαψαν έως έναν βαθμό να θεωρούνται υποδεέστερες των αντρών. Γεννιέται όμως το ερώτημα: οι γυναίκες κατάφεραν τελικά να εξαλείψουν εντελώς το οικουμενικό φαινόμενο της ασυμμετρίας στις σχέσεις των φύλων που κυριαρχούσε τόσους αιώνες; Η απάντηση είναι απλή. Αν και βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα, οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών εξακολουθούν να υφίστανται και να παραβιάζουν τις αρχές των ίσων δικαιωμάτων και τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Αν και η γυναίκα σήμερα έχει αναγνωριστεί ισάξιο μέλος της πολιτείας, τα κατάλοιπα της ανδροκρατούμενης κοινωνίας είναι ακόμη φανερά.
Η ψυχολογική, οικονομική και σωματική βία που μπορεί να φτάσει στον βιασμό, την σεξουαλική κακοποίηση και κάποιες φορές και στον φόνο, αποτελούν μορφές βίας που υπήρχαν και εξακολουθούν, σε κάποιο βαθμό ακόμη – δυστυχώς όχι αμελητέο – να υπάρχουν.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες, που πραγματοποιήθηκαν ανά χώρα για κακοποιημένες γυναίκες, κατέχει την 11η θέση, με ποσοστό 6% των γυναικών να ομολογούν, ότι έχουν υποστεί κακοποίηση σε κάποια φάση της ζωής τους. Στις πρώτες θέσεις βρίσκονται η Ιαπωνία, με ποσοστό 70%, και η Τουρκία με ποσοστό 60%, ενώ στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μία στις πέντε γυναίκες έχει υποστεί κατά τη διάρκεια της ζωής της, κάποια μορφή βίας.
Η βία κατά των γυναικών βρίσκεται παντού και πλέον αποτελεί ένα συνηθισμένο φαινόμενο। Σε κάποιες χώρες ωστόσο, αυτή η βία όχι απλά είναι δεδομένη αλλά δικαιολογείται και συγκαλύπτεται από τον σκοταδισμό ορισμένων θρησκειών, όπως στην περίπτωση της θρησκείας του Ισλάμ, που επικαλείται τον Ισλαμικό νόμο για να καλύψει μορφές βίας κατά των γυναικών.
Στο Πακιστάν, οι γυναίκες αποτελούν τα εύκολα θύματα των αντρών, οι οποίοι δρουν ανενόχλητοι χωρίς να τους αγγίζει ποτέ ο νόμος. Κάθε χρόνο, περίπου σαράντα γυναίκες δέχονται επίθεση με βιτριόλι από τους συζύγους, τους πατέρες ή τους εραστές τους για εντελώς ασήμαντους λόγους (π.χ. όταν μια κοπέλα απορρίπτει έναν άντρα). Κάποιες κοπέλες καταφέρνουν να επιβιώσουν και κάποιες όχι, ενώ στην καλύτερη περίπτωση χρειάζονται πολλές και ακριβές πλαστικές αποκατάστασης του προσώπου, που τις περισσότερες φορές δεν επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Έτσι, οι κοπέλες παραμένουν συνήθως φρικτά παραμορφωμένες και βρίσκονται στο περιθώριο σκορπίζοντας τον οίκτο αλλά και τον τρόμο σε όποιον τις αντικρίζει.
Και σε άλλες όμως χώρες, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Έρευνα στη Νότιο Αφρική, έδειξε ότι ένας στους τέσσερις πολίτες στη χώρα έχει διαπράξει βιασμό! Η έρευνα έδειξε ότι ο βιασμός θεωρείται κάτι το φυσιολογικό σε μια κοινωνία που έχει περάσει χρόνια καταπίεσης. Σύμφωνα με στοιχεία της αστυνομίας, το 2007, βιάστηκαν 36.000 γυναίκες, δηλαδή περίπου 100 την ημέρα. Δυστυχώς, τις περισσότερες φορές τα ψυχολογικά τραύματα και το κοινωνικό στίγμα που επισύρει ο βιασμός, αποθαρρύνουν τις γυναίκες να καταγγείλουν τον βιασμό στις αστυνομικές αρχές.
Η Αφρική είναι ένα «σκοτεινό» σημείο του πλανήτη αναφορικά με τα δικαιώματα της γυναίκας, από πολλές απόψεις. Η φρικιαστική παράδοση του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων σε μικρά κορίτσια ή έφηβες δυστυχώς συνεχίζεται, σε χώρες όπως η Νιγηρία και η Ουγκάντα. Ο σαφής υποβιβασμός της γυναίκας τονίζεται από την αφαίρεση του δικαιώματός της να χαίρεται τον έρωτα, μέσα από την απάνθρωπη αυτή τακτική που συνήθως γίνεται ομαδικά και λαμβάνει την μορφή γιορτής-τελετής μύησης στην ενήλικη ζωή. Ο χώρος μπορεί να είναι είτε κάποιο σπίτι, είτε κάποιο ιατρείο, είτε – εφόσον ο ακρωτηριασμός συνδέεται με συγκεκριμένο τελετουργικό – ένα δέντρο ή ένα ποτάμι. Την όλη διαδικασία αναλαμβάνει κατά κύριο λόγο μια μεγάλης ηλικίας γυναίκα, μαία ή παραδοσιακή θεραπεύτρια ή, στην καλύτερη περίπτωση, ένας γιατρός. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν χορηγείται αναισθητικό, ενώ τα μέσα που χρησιμοποιούνται είναι κυρίως σπασμένα γυαλιά, ψαλίδια, τενεκεδάκια και κάθε λογής κοφτερά αντικείμενα. Για το ράψιμο των ακρωτηριασμένων περιοχών επιστρατεύονται αγκάθια και βελόνες και για την επούλωση των τραυμάτων χρησιμοποιούνται ορισμένα αντισηπτικά που δεν είναι τίποτε άλλο παρά παραδοσιακές αλοιφές από βότανα, γάλα, αυγά, στάχτη και κοπριά.
Και ενώ στη Νότιο Αφρική οι άντρες βιάζουν και μένουν ατιμώρητοι ενώ οι γιατροί ακρωτηριάζουν γυναικεία γεννητικά όργανα, στο Ιράν οι γυναίκες μόλις διαπράξουν μια απλή μοιχεία καταδικάζονται σε θάνατο δια λιθοβολισμού. Στις γυναίκες αυτής της χώρας, επιβάλλονται δυσανάλογες ποινές καθώς ο νόμος και τα δικαστήρια δεν τις αντιμετωπίζουν ισόνομα σε σχέση με τους άντρες. Καθίστανται έτσι ευάλωτες σε άδικες δίκες γιατί υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να είναι αγράμματες σε σχέση με τους άντρες και είναι πολύ εύκολο να υποπέσουν σε διάφορες παγίδες και να υπογράψουν ομολογίες για εγκλήματα που ποτέ δεν διέπραξαν. Ο ποινικός κώδικας που επιβάλλει την εκτέλεση δια του λιθοβολισμού, θεωρείται ιδιαίτερα αυστηρός καθώς υπαγορεύει ακόμη και το μέγεθος της πέτρας που θα χρησιμοποιηθεί και η οποία θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη για να προκαλέσει πόνο αλλά όχι τόσο ώστε να σκοτώσει το θύμα αμέσως!
Η εξέλιξη της κατά φύλο ανισότητας διαπλέκεται με την εξέλιξη κάθε κοινωνίας και ενυπάρχει σε αυτή. Η υποτέλεια των γυναικών ήταν αποτέλεσμα του ελέγχου που ασκούσαν οι άντρες από τα πρώτα χρόνια της εξέλιξης. Μέσα από τους αιώνες, η γυναίκα κατόρθωσε να αποδεσμευτεί από την βιολογική της υπόσταση και να συγκροτηθεί σε συγκεκριμένα κοινωνικά συμφραζόμενα. Κατάφερε να αποκτήσει αυτογνωσία και να απαγκιστρωθεί από τον «ιδιωτικό» χώρο και τις οικιακές της εργασίες. Από τα παραπάνω όμως έγινε σαφές ότι αυτό δεν το κατόρθωσε σε κάθε μήκος και πλάτος του πλανήτη μας.
Δυστυχώς λοιπόν, στον 21ο αιώνα η γυναίκα δεν αποδεσμεύτηκε πλήρως από την αντρική κυριαρχία. Τα ανδροκρατούμενα κατάλοιπα που πολλές φορές είναι βαθιά ριζωμένα, συνεχίζουν να την καθορίζουν, να την προσδιορίζουν και την χειραγωγούν. Το φαινόμενο της ασυμμετρίας στις σχέσεις των δύο φύλων συνεχίζει να υφίσταται και να έχει οικουμενικές διαστάσεις.

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Η νεοκλασική αρχιτεκτονική του Βόλου


Με την ένταξη της πόλης του Βόλου στο ελληνικό κράτος το 1881, ξεκινάει μια περίοδος ανάπτυξης για την πόλη. Ο Βόλος, ως το βορειότερο λιμάνι της ελληνικής επικράτειας, προσελκύει πλήθος κατοίκων, οι οποίοι θα δώσουν μία νέα πνοή στο χώρο.
Εκείνη την περίοδο ξεκινούν μεγάλα έργα υποδομής, όπως ο σιδηρόδρομος και οι λιμενικές εγκαταστάσεις, που ανατέθηκαν σε ξένες εταιρίες, δίνοντας αφορμή για την εγκατάσταση στην πόλη έμπειρων ξένων τεχνικών, όπως ο Εβάριστο Ντε Κίρικο και άλλοι, οι οποίοι θα μεταφέρουν τη σύγχρονη ευρωπαϊκή τεχνογνωσία στην περιοχή.
Με την ίδρυση της νέας πόλης και με την οικονομική και κοινωνική αίγλη του μεσοπολέμου, ο Βόλος θα μετατραπεί σε πεδίο εφαρμογής της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής και των στυλιστικών ρευμάτων του ιστορισμού και του εκλεκτισμού, που θα δημιουργήσουν μια πόλη πρότυπο της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής.
Η διαδικασία ανοικοδόμησης και εμπλουτισμού της πόλης με δημόσια κτίρια και πολυτελείς ιδιωτικές κατοικίες, θα αποτελέσει την πρωταρχική ανάγκη για την ανάπτυξή της.
Στην πρώτη περίοδο τα σπίτια είναι λιθόκτιστα με κεραμοσκεπή και αυλές διαμορφωμένες συμμετρικά στον άξονα αυλόπορτας – κύριας εισόδου. Οι αυλές είναι συνήθως πλακόστρωτες με άφθονα παρτέρια, πέργκολες, κρήνες και σιντριβάνια.
Οι όψεις των σπιτιών ακολουθούν τις βασικές αρχές του νεοκλασικισμού. Οργανώνονται δηλαδή και αυτές συμμετρικά στον κατακόρυφο άξονα της κύριας εισόδου και είναι περίτεχνα διακοσμημένες με μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως λιθοανάγλυφα φουρούσκια, μπαλκόνια, παραστάδες με επίκρανα και εντυπωσιακά περιθυρώματα εισόδων, ενώ δε λείπει και ο πλούσιος κεραμοπλαστικός διάκοσμος με αγάλματα, ακροκέραμα και καμινάδες.
Αρκετά πλούσιος είναι και ο εσωτερικός διάκοσμος των σπιτιών, που οργανώνεται και αυτός συμμετρικά στον άξονα εισόδου – κλιμακοστασίου, με τον προθάλαμο στο κέντρο και τα δωμάτια εκατέρωθεν αυτού. Γύψινος και γλυπτός διάκοσμος στολίζει τους τοίχους και τις οροφές με θέματα εμπνευσμένα από την αρχαία ελληνική ιστορία και μυθολογία, τα οποία συμπληρώνονται με φυτικά μοτίβα, που αποτυπώνονται σε ποικίλες συνθέσεις και χρωματισμούς.
Αντιπροσωπευτικά δείγματα της περιόδου αυτών των ρευμάτων αποτελούν οι οικίες Μαρδέλη, Χρυσοχοίδη, Σαράτση, Καρτάλη, καθώς και τα μέγαρα Περβανά, Σκενδεράνη, Χατζηκυριαζή, Χατζηλαζάρου, Σαραφόπουλου (σημερινή εξωραϊστική) και η οικία Ρήγα (κτίριο ιδιοκτησίας Λυκείου Ελληνίδων), η οποία διασώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση. Τα περισσότερα, ωστόσο, κτίσματα έχουν σήμερα κατεδαφιστεί. Στο δημόσιο τομέα, κατασκευάζονται οικοδομήματα αντίστοιχου ύφους και κύρους, όπως το δημοτικό θέατρο (1894) που κατασκευάζεται σε αναγεννησιακή μορφή και το τριώροφο κτίριο του ξενοδοχείου Γαλλίας με τον πλούσιο ζωγραφικό διάκοσμο, κτίσμα της ίδιας επίσης χρονικής περιόδου.
Ακολουθεί στη συνέχεια η ανέγερση άλλων δημόσιων κτιρίων, όπως το δημόσιο νοσοκομείο (1901), που κτίζεται με τη δωρεά των αδερφών Αχιλλοπούλου, το αρχαιολογικό μουσείο (1909) με δωρεά του Αλέξανδρου Αθανασάκη από την Πορταριά, η Εμπορική Σχολή (1915), με δωρεά του Ιωάννη Καρτάλη από την Τσαγκαράδα, οι τράπεζες Εθνική (1895) και Αθηνών (1903), έργα του αρχιτέκτονα Καραθανασόπουλου και τέλος η αγροτική τράπεζα (πρώην Κοσμαδοπούλου), έργο του αρχιτέκτονα Ε. Αργύρη.
Η νεοκλασική αρχιτεκτονική αυτών των κτιρίων, χρησιμοποίησε ως βάση άξονες συμμετρίας και τη χρυσή τομή, όχι μόνο στις σχέσεις ύψους και πλάτους των κτισμάτων, αλλά και των ανοιγμάτων (παράθυρα και πόρτες) και ακολούθησε τις βασικές αρχές του ορθολογισμού, στη σύνθεση, στη λειτουργία και στη μορφολογική διάθρωση των κατασκευών.
Οι μεγαλοαστικές κατοικίες και τα δημόσια κτίρια αποτέλεσαν υποδείγματα μιας ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής μορφής και ρυθμού που χαρακτηρίζονταν από αυστηρή εσωτερική νομοτέλεια. Οι αρχές οργάνωσης των όψεων (εξωτερικών και εσωτερικών), σε συνδυασμό με τα ρυθμολογικά στοιχεία του νεοκλασικισμού, προσέδωσαν στα κτίσματα αυτής της περιόδου μια γοητεία και μια «ευγένεια» στις αναλογίες της κατασκευής, της μορφής και της αρχιτεκτονικής δομής.
Τα κτίρια αυτά ξεχώριζαν για το εκλεπτυσμένο ύφος, την καθαρότητα στη λεπτομέρεια, την αυστηρότητα στη σύνθεση, τη στιβαρή οργάνωση των όγκων και τη χρήση πολλών διακοσμητικών στοιχείων.
Ο ιδεαλιστικός και ρομαντικός χαρακτήρας της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής που άνθησε στην πόλη του Βόλου, αποτελεί σήμερα μια όμορφη ανάμνηση για τους παλαιότερους κατοίκους, οι οποίοι μιλούν με νοσταλγία για την παλιά Κηπούπολη (όπως χαρακτήριζαν την πόλη), του Βόλου.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, η πόλη εκβιομηχανίζεται και τη νεοκλασική αρχιτεκτονική διαδέχεται η βιομηχανική. Τα βιομηχανικά κτίρια, θα αποτελέσουν ένα επίσης σημαντικό κεφάλαιο στην αρχιτεκτονική της πόλης. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, το στυλιστικό ρεύμα του εκλεκτισμού συνεχίζει να επιβιώνει, κυρίως μέσα από τα έργα του αρχιτέκτονα Κ. Αργύρη και η αρχιτεκτονική της προηγούμενης περιόδου, αρχίζει σταδιακά να εγκαταλείπεται. Μετά το σεισμό του 1950, η πόλη καταστρέφεται ολοσχερώς και κτίζεται από την αρχή, σύμφωνα με το αρχικό πολεοδομικό σχέδιο.
Η νέα αρχιτεκτονική οργάνωση της πόλης ξεκινάει από τότε και συνεχίζεται ως τις μέρες μας, με κύρια χαρακτηριστικά την άναρχη μαζική αστικοποίηση και τη γρήγορη ανέγερση πολυκατοικιών και απλών κατασκευών (χωρίς να υπάρχει κανένας σεβασμός στην οργάνωση του χώρου), που δε θυμίζουν σε τίποτα την αίγλη και τον πλούτο του παρελθόντος.

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Αθηνά Μπασιούκα: Η Βολιώτισσα συγγραφέας με τα αστυνομικά μυθιστορήματα

Η Αθηνά Μπασιούκα γεννήθηκε το 1982 και ζει στον Βόλο. Το 1999 συμμετείχε ως Έφηβη Βουλευτής στην Δ’ σύνοδο της Βουλής των Εφήβων, ενώ η έκθεση που είχε στείλει, επιλέχθηκε ανάμεσα σε 20.000 εκθέσεις και ξεχώρισε για τις καινοτόμες ιδέες και τις ανατρεπτικές της απόψεις.
Η Αθηνά σήμερα εργάζεται ως αρχισυντάκτρια συλλεκτικών εκδόσεων στον Βόλο και γράφει άρθρα σε γυναικεία κυρίως περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιείται εθελοντικά μέσω του Σωματείου "Φίλοι του Αχιλλοπούλειου Νοσοκομείου Βόλου" και είναι συνεργάτης γνωστού κοινωφελούς Ιδρύματος της Μαγνησίας. Είναι απόφοιτη του τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και έχει παρακολουθήσει αρκετά σεμινάρια και συνέδρια σχετικά με τον κλάδο της. Αγαπημένες της ασχολίες αποτελούν η φωτογραφία, η αστυνομική λογοτεχνία και τα ταξίδια με φίλες.
Το 2006 κυκλοφόρησε το πρώτο αστυνομικό της μυθιστόρημα με τίτλο «Ο φόνος είναι μια εύκολη υπόθεση» από τις εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί και πρόσφατα κυκλοφόρησε και το δεύτερο αστυνομικό, επίσης, βιβλίο, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο με τίτλο «Άγ(ρ)ιο έγκλημα στην Αθωνική Πολιτεία».

Η Αθηνά Μπασιούκα αγαπά ιδιαίτερα το διάβασμα και την συγγραφή, είναι ένας άνθρωπος γεμάτος ενθουσιασμό, αισιοδοξία και μεράκι για το κάθε πράγμα που κάνει. Διακρίνεται για τον πλούσιο συναισθηματικό κόσμο της και για την καλλιεργημένη φύση της. Είναι ένα άτομο με ανοιχτό πνευματικό ορίζοντα και αγωνιστική διάθεση, που είναι γεμάτο με μεγαλόπνοα σχέδια ιδέες, στόχους και ιδανικά. Παλεύει και προσπαθεί συνεχώς για το καλύτερο στη ζωή της και προσφέρει πάντα εγκάρδια τις υπηρεσίες της στο κοινωνικό σύνολο.
Είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται πάντα σε εγρήγορση, έχει ανήσυχο πνεύμα, κάνει πράξη το ακατόρθωτο και πραγματώνει πάντα τα όνειρα και τις ελπίδες του.

Για την Αθηνά Μπασιούκα, ή έννοια της «κοινωνίας» είναι πανταχού παρούσα σε οτιδήποτε. Σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής εξετάζει πάντα τις κοινωνικές προεκτάσεις που αυτές έχουν. Έτσι και στο νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα, ξετυλίγεται μια ενδιαφέρουσα αστυνομική ιστορία, που απωτυπώνει εν μέρει την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα της Αθωνικής Πολιτείας μέσα από μια ιδιαίτερη μυθιστορηματική δράση και πλοκή.
Στον ναό της Ιεράς Μονής του Αγίου Όρους, βρίσκεται φυλαγμένος από τον 13ο αιώνα ένας μοναδικός θησαυρός της χριστιανοσύνης. Πρόκειται για τα Δώρα που είχαν προσφέρει οι Τρεις Μάγοι στον νεογέννητο Ιησού: το χρυσάφι, το λιβάνι και την σμύρνα, που δυστυχώς κάποια μέρα εκλάπηκαν.
Για την εξιχνίαση του εγκλήματος αυτού, τέσσερις άνθρωποι, οι καλύτεροι του είδους τους, επιστρατεύονται για να λύσουν το μυστήριο της κλοπής. Πρόκειται για έναν ικανό αξιωματικό της Αστυνομίας, έναν υπεύθυνο ασφαλείας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, μια καθηγήτρια με γνώσεις των Βυζαντινών Θησαυρών του Αγίου Όρους που συνεργάζεται σε υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας με την αστυνομία και έναν νεαρό, αυθεντία στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και γνώστη ψυχολογίας. Η ετερόκλητη αυτή ομάδα δρα με πλήρη μυστικότητα και προσοχή προκειμένου να διαλευκάνει το μυστήριο. Το βασικό τους σχέδιο είναι να υποδυθεί ένας από αυτούς τον μοναχό και να γνωρίσει από κοντά τον κόσμο του μοναχισμού και της Αθωνικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας που στην πραγματικότητα δεν είναι αυτό που φαίνεται, καθώς μηχανορραφίες, ίντριγκες, μυστήρια αλλά και καλά κρυμμένα μυστικά παραμονεύουν σε κάθε γωνιά του σκοτεινού μοναστηριού. Ο ήρωας του βιβλίου, γίνεται μάρτυρας ενός αποτρόπαιου εγκλήματος και ανακαλύπτει ένα ιερό μυστικό που διχάζει το μοναστήρι, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια του την ζωή.

Η συγγραφέας κινείται με ιδιαίτερη ευλυγισία σε ένα θεματικό πεδίο, γεμάτο παγίδες, σε έναν προβληματισμό γύρω από το πνευματικό-θρησκευτικό στοιχείο και την ανθρώπινη φύση. Προσφέρει στους αναγνώστες ένα δίπολο ερεθισμάτων. Από τη μία παρουσιάζει τον Αθωνικό ευσεβισμό και μοναχισμό που διέπεται από την μυστική εμπειρία και το αθέατο αλλά απαραίτητο μοναχικό ιδεώδες, ως επιλογή ζωής και από την άλλη, τον μοναχισμό ως απάρνηση της ανθρώπινης φύσης.
Η ίδια θέτει διάφορα ερωτήματα σχετικά με τον μοναχισμό. Είναι ο μοναχισμός άραγε στην Αθωνική Πολιτεία ένας κόσμος που ζει σε κλίμα απόλυτης γαλήνης και ηρεμίας σε έναν απομακρυσμένο τόπο αφοσίωσης στον Θεό ή είναι ένας αντιφατικός κόσμος, ένα ιδεόγραμμα με συμβολική λειτουργία, ένα κράμα από θρησκευτικό φανατισμό και δεισιδαιμονίες που κρύβει μέσα του το ψέμα, την ασυδοσία και το έγκλημα; Το μετέωρο ερώτημα που αφήνει τελικά, είναι αν υπάρχει μια ασύμφιλη αντίθεση ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους ή αν πρόκειται στην ουσία για τον ίδιο κόσμο.
Το «Άγ(ρ)ιο Έγκλημα στην Αθωνική Πολιτεία» είναι ένα βιβλίο ευχάριστο, φιλόξενο και ευπρόσιτο στον αναγνώστη που τον κερδίζει αμέσως. Αποτελεί ένα αξιοανάγνωστο μυθιστόρημα που κινείται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Με αφορμή ένα γεγονός, την κλοπή του μοναδικού αυτού θησαυρού του Αγίου Όρους (συγγραφικό τέχνασμα του αστυνομικού μυθιστορήματος) αποκαλύπτονται γεγονότα και αλήθειες που ήταν καλά κρυμμένες όλα αυτά τα χρόνια.
Η υπόθεση ξετυλίγεται σε γρήγορους μυθιστορηματικούς ρυθμούς και ακολουθεί μια κινηματογραφική αφήγηση. Είναι ένα βιβλίο μυστηρίου και δράσης με ιστορικές αλήθειες που αποτυπώνουν με τον δικό τους τρόπο την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα του μοναχισμού. Για την συγγραφή του, η Αθηνά Μπασιούκα συνεργάστηκε με ειδικούς που την βοήθησαν να συλλέξει το απαραίτητο υλικό και πληροφορίες, ώστε να έχει μια πιο αντικειμενική γνώση και αντίληψη των πραγμάτων.
Η παντοδυναμία της πλοκής, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων, οι υποβλητικές σκηνές, το φόντο της δράσης, οι γρίφοι, τα μυστήρια, το πλήθος των ερεθισμάτων, το ελεύθερο πεδίο που προσφέρεται για παρατήρηση και στοχασμούς, αλλά και ο καυτηριασμός διαφόρων θεμάτων, σε συνδυασμό με την μοντέρνα καθαρή γραφή και τον πυκνό λόγο της συγγραφέως, κάνουν αυτό το βιβλίο ξεχωριστό.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Ελένη Σκούρα: Η προτομή της πρώτης γυναίκας πολιτικού στο χώρο του δημαρχείου


«Θα προσπαθήσω να πράξω παν το δυνατό δια να φανώ αντάξια της εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων μου, τους οποίους θερμώς ευχαριστώ. Γνωρίζω ότι ως πρώτη και μοναδική γυναίκα εις την Βουλήν έχω μεγάλας ευθύνας και πολλά καθήκοντα. Είναι πολλά εκείνα που πρέπει να πράξωμεν υπέρ των Ελληνίδων, ιδίως εις τον τομέα της κοινωνικής μερίμνης». Αυτά ήταν τα λόγια που είπε στη δήλωσή της η Ελένη Σκούρα το 1953, όταν εξελέγη βουλευτής με το κόμμα του «Ελληνικού Συναγερμού» στο νομό Θεσσαλονίκης.
Η Ελένη Σκούρα πέρασε στην ιστορία ως η πρώτη γυναίκα βουλευτής. Γεννήθηκε στο Βόλο το 1896, όπου και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές τις σπουδές. Το 1915 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε φωνητική μουσική. Το 1950 έλαβε το πτυχίο της στη Νομική και εξάσκησε τη δικηγορία μαζί με το σύζυγό της, Δημήτριο Σκούρα. Το 1953 εξελέγη βουλευτής με το κόμμα του «Ελληνικού Συναγερμού» στη Θεσσαλονίκη. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και τη γερμανική κατοχή, η ίδια είχε αναλάβει αξιόλογη κοινωφελή δράση ως πρόεδρος της «Στέγης της Φαλαγγίτισσας» και της «Φανέλας του Στρατιώτη». Το 1942 συνελήφθηκε από τους Γερμανούς μαζί με το σύζυγό της και τον αδερφό της και φυλακίστηκε. Η Ελένη Σκούρα τιμήθηκε από το βασιλιά Παύλο με το στρατιωτικό μετάλλιο εξαίρετων πράξεων και με τον ταξιάρχη του Βασιλικού τάγματος ευποιίας.
Μετά το θάνατο του συζύγου της, η ίδια δεν έλαβε τη τιμητική σύνταξη που η πολιτεία της είχε υποσχεθεί, το 1989 και έτσι αναγκάστηκε να πουλήσει όλα τα παράσημά της για να μπορέσει να εισαχθεί στο Χαρίσειο νοσοκομείο. Τελικά πέθανε σε ηλικία ενενήντα ενός χρονών στο νοσοκομείο Αχέπα, όπου είχε μεταφερθεί βαριά άρρωστη.
Η Ελένη Σκούρα ήταν η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να περάσει το κατώφλι του ελληνικού κοινοβουλίου. Η ίδια στην πολιτική της καριέρα υιοθέτησε μια ολοκληρωμένη πολιτική προσέγγιση που στηρίζονταν στο σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και μια συντονισμένη πολιτική δράση στους τομείς της ασφάλειας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της συνεργασίας, της ανάπτυξης και ειδικότερα των κοινωνικών θεμάτων, αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα της κοινωνικής μέριμνας. Πάλεψε για την έννοια της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και της καταπολέμησης οποιονδήποτε διακρίσεων, αφήνοντας το δικό της προσωπικό αποτύπωμα και στίγμα στον τότε χώρο της πολιτικής.
Σήμερα στον εξωτερικό χώρο του δημαρχείου του Βόλου υπάρχει η προτομή της γνωστής πολιτικού, τα αποκαλυπτήρια της οποίας έγιναν στις 3 Ιουνίου του 2007. Ο δημόσιος χαρακτήρας του γλυπτού ισχυροποιείται από την επιλογή τοποθέτησής του σ’ ένα σημαντικό σημείο της πόλης.
Ο γλύπτης σεβόμενος απόλυτα τις ανάγκες της αυθεντικής διαπραγμάτευσης του θέματος, πετυχαίνει με ιδιαίτερη τεχνική αρτιότητα και πλάσιμο, να αποδώσει τη μορφή με ρεαλιστική απεικόνιση και χρήση αναγνωρισμένων συμβόλων, όπως είναι τα στοιχεία της ενδυμασίας.
Το αγέρωχο και διεισδυτικό βλέμμα που αφοπλίζει το θεατή σε συνδυασμό με το δυναμισμό και την αποφασιστικότητα της κίνησης του προσώπου, με τα έντονα χαρακτηριστικά, παραπέμπουν σε μία στιβαρή γυναικεία παρουσία, που λειτουργεί συμβολικά ως αποδέκτης κοινωνικών αξιών.
Το μνημείο, ως συμβολική αναπαράσταση της συλλογικής μνήμης, διασταλάζει αντιλήψεις και μεταδίδει αξίες και ιδανικά, που συνδέονται με τη διαμόρφωση της εθνικής μας ταυτότητας και της τοπικής μας ιστορίας και μνήμης, έννοιες που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με πολιτικές και κοινωνικές πραγματικότητες και αποτελούν ιστορικές κατασκευές.
Η προτομή της Ελένης Σκούρα στο χώρο του δημαρχείου του Βόλου, αποτελεί ένδειξη αναγνώρισης, αλλά και τιμής της πόλης ως προς το πρόσωπο αυτής της σπουδαίας προσωπικότητας. Το μνημείο έχει στόχο να εξυμνήσει, να εξυψώσει και να διαιωνίσει το έργο και την προσφορά της, καλλιεργώντας το αίσθημα της εθνικής μας ταυτότητας και συγκροτώντας και συμπυκνώνοντας την έννοια της συλλογικής μνήμης.